Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ



42 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη προς Πολιχνίτο και 5 πριν τον Πολιχνίτο, στα δεξιά του δρόμου, συναντάμε τη διασταύρωση που μετά 1 χιλιόμετρο σε φέρνει μπροστά στα πρώτα σπίτια του Λισβορίου.
ΛΙΣΒΟΡΙ! Ένα όμορφο και ζωντανό προς το παρόν χωριό. Βρίσκεται στη Δυτική πλευρά της χερσονήσου του Ολύμπου και στο μέσον περίπου της Ανατολικής ακτής του κόλπου Καλλονής. Έχει πρόσοψη προς Βορρά, και απέχει από τη θάλασσα, (κόλπο Καλλονής), - 3 -, χιλιόμετρα περίπου, με υψόμετρο από αυτήν περί τα 100 μέτρα, και από το πέριξ πευκοδάσος - 4 - χιλιόμετρα περίπου. Από το ψηλότερο σημείο του χωριού, μπορείς να δεις ολόκληρο σχεδόν τον κόλπο Καλλονής και αυτό ακόμη το στόμιο του, που ονομάζεται από τους ντόπιους « μπουγάζ», ( - μπουγάζι -έμπαση - είσοδος ).Ακόμη μπορεί κανείς να δει και μέρος του Αιγαίου πελάγους, και ακόμη να διακρίνει, αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, και τις ψηλότερες κορφές της Χίου. Οι ελαιώνες του χωριού είναι από τους καλύτερους του νησιού, και τα εδάφη του τα πλέον προικισμένα και εύφορα.
Γειτονικά του χωριά είναι τα Βασιλικά απ’ όπου απέχει περί τα - 2 - χιλιόμ , και ο Πολιχνίτος, κεφαλοχώρι της περιοχής και έδρα του Δήμου, από όπου απέχει - 5 - χιλιόμ.
Τα εύφορα εδάφη του, που επιτρέπουν την πολυκαλλιέργεια, (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, η γλυκάνισος το κύριο συστατικό για το Μυτιληνιό ούζο που πουθενά αλλού δεν ευδοκιμεί όπως εδώ, τα κρεμμύδια, τα ρεβίθια...), το πλούσιο αρδευτικό - ιδιωτικό και Κοινοτικό - σύστημα, η καλή αγροτική οδοποιία, τα πολλά και αποδοτικότατα - «παλκάρια δέντρα»- ελαιόδεντρα, η αναπτυγμένη κτηνοτροφία, το πασίγνωστο Λισβοριανό, σιταρένιο, ψωμί, η γειτνίαση με τον Κόλπο της Καλλονής, η εύκολη πρόσβαση με το υπόλοιπο νησί, έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ζωντανή παραγωγικότητα και ταυτόχρονα ζωτικότητα, του χωριού. Βέβαια η αρρώστια της εποχής, που ονομάζεται «μαρασμός της υπαίθρου», δεν άφησε ανέγγιχτο ούτε το Λισβόρι. με τις τόσες προϋποθέσεις ζωής. Το Λισβόρι, χρόνο με το χρόνο οδηγείται στο δρόμο, που οδηγούνται όλα τα χωριά της πατρίδος μας.
Παρ' όλα αυτά, είναι ένα απ' τα λίγα χωριά που κρατεί την νεολαία και αρκετά νέα ζευγάρια κοντά του. Οι προϋποθέσεις και τα κίνητρα υπάρχουν. Μόνο που πρέπει να το καταλάβουμε αυτό πρώτα εμείς και έπειτα «οι άνωθεν ιστάμενοι», και να ρίξουν μια ματιά αγάπης στην ύπαιθρο, την καρδιά της Ελλάδος γιατί αν σταματήσει -και θα σταματήσει όπως δείχνουν τα πράγματα -, να χτυπά αυτή η καρδιά, ο θάνατος είναι σίγουρος και αναπόφευκτος.
Ένα χιλιόμετρο λοιπόν αφού στρίψουμε δεξιά στο 42ο χιλ. της εθνικής οδού Μυτιλήνης Πολιχνίτου, και αφού σταυροκοπηθούμε στο νεόδμητο Άγιο Φανούριο, θα συναρτήσουμε δεξιά μας το αλσύλιο του Αριστείδη Γιαννόγλου με τα πεύκα, που μας λένε το καλωσόρισες! Αν τύχει και είναι σχολική περίοδος ίσως να δούμε και τα παιδιά του σχολείου που ήρθαν εδώ για την εκδρομή τους και να ξεσκάσουν από τα μαθήματα. Αν στρίψουμε το κεφάλι μας απ’ την άλλη μεριά του δρόμου, λίγο πιο πέρα, θα δούμε μέσα στο βαθούλωμα της περιοχής «Πηγάδια» και ανάμεσα στα λιόδενδρα τον Άη Στράτη. Εδώ βρίοκεται και η «μάνα», η πηγή από όπου παλιότερα έπαιρνε νερό το χωριό.
Αριστερά και δεξιά δυο παλιά εξοχικά κέντρα, με μεγάλο περίβολο. Κλειστά και με άλλη χρήση σήμερα, τον καιρό που ήσαν στις δόξες τους φιλοξένησαν μεγάλα γλέντια και πολύ κόσμο. Το ένα σήμερα ανήκει στην οικογένεια Δαλβαδάνη και το άλλο στα αδέλφια Χατζησταματίου. Εδώ είναι και το ηρώο του Χωριού.
Απέναντι ακριβώς η «Παιδική Χαρά», σε οικόπεδο που δώρισε ο Παναγιώτης Θεοδ. Χατζηπαναγιώτης.
Λίγο πιο κάτω δυο καφενεία! Το καφενείο του Αποστόλου Παυλή και του καφενείο του Βασίλη του Μοριανέλλη. Κλειστά και τα δυο! «Καφενείον ο Σταθμός», διαβάζουμε στο ένα. Εδώ συγκεντρωνότανε ο κόσμος παλαιότερα, από τις 6,30 το πρωί, όταν ακόμα τα ΚΤΕΛ ήτανε στις δόξες τους και τα ΙΧ αυτοκίνητα λιγοστά, για να πάει στη πρωτεύουσα να κάνει τις δουλειές του, να κάνει τα ψώνια του και να επιστρέψει το μεσημέρι με τα σουσαμένια «σουμίτια» στο χέρι. Εδώ λοιπόν, σ’ αυτά τα δυο καφενεία γινότανε πρωί – πρωί το «έλα να δεις»! Καφέδες, και τσάγια και μπόλικη κουβέντα. Όλα τα τεκταινόμενα του χωριού μα και όλης της Ελλάδας παιρνούσαν από ψιλό κόσκινο μέχρι να έρθει το λεωφορείο.
Εδώ βρίσκεται και το Σχολείο του χωριού. Έργο του 1930, με μπόλικο καφετί πωρόλιθο της περιοχής, τριθέσιο σήμερα, με 25 παιδιά. Τεράστια η αυλή του σχολείου και μέσα σ’ αυτή το νεόκτιστο Νηπιαγωγείο, με 15 περίπου παιδιά. Μπροστά στο Σχολείο μια όμορφη πετρόκτιστη βρύση με την πέτρα των Μυστεγνών, έργο του 2007 και με δαπάνες του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.
Αριστερά ο δρόμος σε βγάζει στα «Αλώνια». Ίσως το όνομα της η περιοχή αυτή να το οφείλει στο επίπεδο του εδάφους, υπάρχει αρκετό κατηφοριά στο Λισβόρι, όπου ο χώρος προσφερόταν για αλώνισμα τότε που τα σπίτια ήτανε λιγότερα και τα χωράφια πιο πολλά. Αν συνεχίσεις μέσα από ένα μονοπάτι «ποταμό» τον λένε οι ντόπιοι, μια και όταν βρέχει συγκεντρώνονται εκεί αρκετά νερά για να κατηφορίσουν, θα βγεις σε αγροτική περιοχή, κοντά στον Κατάπυργο, στα «Λιόμπουλα» και από κει στο δρόμο Μυτιλήνης – Πολιχνίτου».
Δεξιά, κατηφορίζουν δυο δρόμοι ως την αγορά. Κατήφορος με μεγάλη κλίση ο ένας, που σε οδηγεί στο τέλος του και από τα δεξιά στα «Βρυσούδια», την Αγία Παρασκευή, την «Παλιόμαντρα», τα Βασιλικά και από αριστερά στον Αγροτικό Συνεταιρισμό και συνεχίζοντας στο Κοινοτικό Γραφείο, την πλατεία της Κοινότητας και την αγορά. Στην αρχή του δρόμου αυτού μια παλιά εγκαταλελειμμένη βρύση με στέρνα.
Ο αριστερός δρόμος, κατήφορος κι αυτός, διακλαδώνεται με αρκετούς άλλους δρομίσκους και προχωρεί προς την αγορά. Μόλις τελειώσει το κατηφορικό μέρος του δρόμου τούτου βρισκόμαστε μπροστά σε δυο παλιά «καφεπαντοπωλεία» από τα οποία το ένα της οικογένειας Περικλή Γαβριήλ έχει κλείσει και το άλλο του Μηνά Γαβριήλ που λειτουργεί σήμερα μόνο σαν παντοπωλείο. Λίγο πιο κάτω το ένα από τα δυο παραδοσιακά αρτοποιεία με τους ξυλόφουρνους και με αποκλειστικότητα στο Λισβοριανό σιταρένιο ψωμί και το Λισβοριανό παξιμάδι. Ανήκει στην οικογένεια Προκοπίου και σήμερα το λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής. Ακριβώς απέναντι ο «Πάνω πύργος». Ένα παλιό πέτρινο κτίριο, που το κάτω μέρος τους θυμίζει πύργο. Τούτος σε αντιδιαστολή με τον άλλον και σε πιο χαμηλό μέρος πύργο, τον κάτω πύργο, «Κατάπυργο», ήτανε ένα από τα φυλάκια της περιοχής τον καιρό των πειρατών. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Παλαιολόγου. Καρδάτου και κάποτε φιλοξένησε και κάποιες τάξεις του σχολείου.
Λίγο πριν στρίψουμε για την αγορά συναντάμε τον κύριο δρόμο για τα Λιόμπουλα» και τον Πολιχνίτο, τους Αγίους Αναργύρους, τον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Σέργιο, τον «Κατάπυργο». Στο δρόμο τούτο ένα άλλο κλειστό εξοχικό κέντρο του Σταύρου Σαββαδέλλη που για κάποια χρόνια, λειτούργησε και σαν Νηπιαγωγείο. Παρακάτω είναι και το παλιό «αλμπάνικο» και πεταλωτήριο του χωριού. Ιδιοκτήτης η οικογένεια Προκοπίου. Ο γνωστός Γιάννης «αλμπάνης», το λειτουργούσε προ ετών σαν σιδηρουργείο και μετά το έκλεισε.
Φτάνουμε τώρα μπροστά στην Εκκλησία. Άη - Γιάννης ο Πρόδρομος. Τρίκλιτη κεραμοσκέπαστη Βασιλική, που η ανέγερσή της ανάγεται γύρω στα 1830. Κυριαρχεί κι εδώ η καφετιά, πέτρα της περιοχής και οι μαρμάρινες κολώνες του Νάρθηκα που ασφαλώς έχουν μεταφερθεί από άλλες παλαιοχριστιανικές Βασιλικές. Το καμπαναριό, από καφετιά πέτρα, κι αυτό με είναι έργο του 1887 (Μαρτίου 4). Νότια της Εκκλησίας και σε υψηλότερο επίπεδο, σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Εκκλησίας στέκεται ένα διώροφο γκρεμισμένο κτήριο, και δυο υψηλά γερασμένα πεύκα για συντροφιά. Κτίστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1887. Είναι το Παλαιότερο Σχολείο χωριού, το «Σχολείον των Αρρένων» όπως αναφέρει και ο οικονόμος Τάξης.
Στο πίσω μέρος της Εκκλησίας και ακριβώς πίσω από το ιερό, η οικία σήμερα Προκοπίου, για την οποία λέγεται ότι ο πασάς που στα χρόνια της τουρκοκρατίας κατοικούσε εκεί και για να μην κρύψουν τη θέα του προς τη θάλασσα, υποχρέωσε τους κατοίκους να σκάψουν αρκετά μέτρα, για να κτιστεί η εκκλησία σε χαμηλότερο σημείο από το σπίτι του.
Απέναντι από την Εκκλησία το μικρό καφενείο της Στέλλας Προκοπίου.
Ένας άλλος δρόμος απέναντι από την πρόσοψη της Εκκλησίας σε οδηγεί στο Νεκροταφείο του χωριού και στις Θερμοπηγές, στον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, στον Πολιχνίτο.
Και τώρα στην αγορά.
Τα παλιά καφενεία και τα άλλα καταστήματα του χωριού. Μια σειρά από παλιά κτίσματα με τις προσόψεις τους φτιαγμένες από λαξευμένη καφετιά, ροζωπή και λευκωπή ντόπια μαλακιά πέτρα (ιγνιβρίτη), με μεγάλα πορτοπαράθυρα, πέτρινες αψίδες, και κοσμήματα σου δίνουν μια εικόνα από το μεράκι του παλιού τεχνίτη.
Το γαλακτοπωλείο του Χαδεμένου, κτίσμα του 1935. Εδώ δίπλα υπήρχε και το παλιό κρεοπωλείο του Καραβασίλη.
Δίπλα δύο καφενεία. Το πρώτο, το μεγάλο καφενείο, είναι των αδελφών Αντωνίου και Γεωργίου Σταυρακέλλη, (μακαρίτες σήμερα και οι δύο) που κτίστηκε το 1895, (ΣΕΠΤΕ Α'), και φέρει την επιγραφή στην πρόσοψη και επάνω από τη μια από τις δυο πόρτες του, "ΕΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΜΕΘ ΗΜΩΝ ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΘ ΗΜΩΝ". Μεγάλα παράθυρα, με συρταρωτά καφάσια και σιδερένια παντζούρια. Η γωνιά, ο μπουφές τα ξύλινα καγκελάκια, οι κολώνες ξύλινες που στηρίζουν την οροφή, οι αψίδες, το πατάρι.. Εκεί έμενε παλιά ο καφετζής ή ο παραγιός. Ήτανε «καφεπαντοπωλείο». Αναπαυτικοί δερμάτινοι καναπέδες, ξύλινες καρέκλες και τραπεζάκια, η ξυλόσομπα. Σήμερα κλειστό. Το καφενείο τούτο, το 1948 με ανεμογεννήτρια, υπάρχουν ακόμα απομεινάρια της, φωτιζότανε με ηλεκτρικό φως και έπαιζε και ραδιόφωνο! Στο καφενείο τούτο κυκλοφορούσαν και βιβλία προς ανάγνωση. Ήτανε το καφενείο των «κουλτουρτιάρηδων» θα λέγαμε του χωριού.
Δίπλα ακόμα ένα λιθόκτιστο καφενείο – καφετερία, του Παναγιώτη Σταυρακέλλη.
Απέναντι, άλλα δυο καφενεία. Το παλαιό «καφεπαντοπωλείο» του Πανσέληνου, με το ξύλινο πάτωμα και πιο πέρα το κλειστό νεόκτιστο καφενείο της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου. Ανάμεσα στα δυο αυτά καφενεία, το ανύπαρκτο πλέον τηλεφωνείο του χωριού και δίπλα το άλλο κλειστό κρεοπωλείο.
Άλλο ένα μεγάλο καφενείο της αγοράς είναι το καφενείο της οικογένειας Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη στη μικρή πλατεία της αγοράς και λίγο πιο πέρα του Κυριάκου Δαλβαδάνη, Απέναντι το κλειστό καφενείο του Παναγιώτη Θεοδ. Χατζηπαναγιώτη.
Εδώ είναι και τα δημοτικά ουρητήρια, για να καταλήξουμε στο κτίριο της Κοινότητας και στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, «Πέτρινο» και το όνομά της, με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα από ιγνιβρίτη. Παλαιό καφενείο και αυτή που λειτούργησε για κάποια χρόνια- και σαν κατάστημα με είδη οικοδομής.
Τελειώνουμε προς το παρόν εδώ το σεργιάνι μας, στο σημείο τούτο της πλατείας της Κοινότητας, με το πλάτανο απέναντι από το παντοπωλείο σήμερα της οικογένειας Γιάννη Θερμιώτη και το μικρό παραπέρα καφενείο, παντοπωλείο και ψιλικατζίδικο που ανήκει στην οικογένεια Παναγιώτη Γαβριήλ.


Βρισκόμαστε στη πλατεία της Κοινότητας, με τον πλάτανο, το μοναδικό πλάτανο, μέσα στο χωριό μας. Εδώ πέρα βρισκόταν και το «σιντριβάνι», έτσι λέγανε το πηγάδι με το πέτρινο δαχτυλίδι, από όπου ανέβαζαν γάργαρο νερό.
Εδώ είναι και το κτίριο της «πάλαι ποτέ» Κοινότη­τας, που το «πήρε και το σήκωσε» ο «Καποδίστριας», το Αγροτικό Ιατρείο, τα κοινοτικά ουρητήρια και η Αγροτολέσχη στον πάνω όροφο. Το κτίριο τούτο χρονολογείται από το 1958 - 60.
Παλιά βρισκόταν εδώ ένας ελαιόμυλος, το τζαμί και ο μιναρές για τον τούρκικο πληθυσμό, αφού όπως ήδη σημειώσαμε και όπως μας αναφέρει ο Σταυράκης Αναγνώστου ήταν υπό Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον χωρίον, και έχον Ναόν τον Άγιον Ίωάννην τον Πρόδρομο». Σήμερα στο χώρο όπου ήτανε το Τζαμί βρίσκεται η οικία της οικογένειας Ευσταθίου.
Σχετικά με την αγροτολέσχη πρέπει να αναφέρουμε ότι είναι ένας πολυχώρος που χρησιμοποιείται από όλους τους φορείς του χωριού και πολλές και ποικίλλες εκδηλώσεις. Παλαιότερα γνώρισε μεγάλες δόξες με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούσε εκεί ο Αγροτοεκπολιτιστικός Σύλλογος του χωριού ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Στην αγροτολέσαχη στεγάζεται και η Κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά και αξιόλογα βιβλία.
Ο δρόμος εδώ που περνά ανάμεσα στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, το «Πέτρινο», με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα και το σπίτι των Ευσταθίου όπου και το ανύπαρκτο σήμερα τζαμί, σε βγάζει στην κάτω είσοδο του «Αγροτικού Συναιτερισμού».
Ο τότε Ελαιουργικός και σήμερα Αγροτικός Συνεταιρισμός του χωριού, ιδρύθηκε το 1949. Ξεκίνησε με πετρελαιομηχανή,«μπασκιά», τρίχινα φάκελα για το χαμούρι και τα πέτσινα λουριά που μετέφεραν την κίνηση από την πετρελαιομηχανή στα λαβάλ και όπου αλλού, πέρασε στα υδραυλικά πιεστήρια και κατάληξε το 1988 στη σύγχρονη μο­νάδα με το ντεκάντερ. Τέσσερις χιλιάδες μόδια λένε πως είναι η δύναμη των Λισβοριανών ελαιοκτημάτων, μα πολύ δύσκολα τούτα μαζεύονται.
Λίγο πιο κάτω ένα σταυροδρόμι όπου και το ανύπαρκτο πλέον και σήμερα οικόπεδο, καφενείο των Προκοπίου. Και εδώ φιλοξενήθηκαν μεγάλα γλέντια.
Εδώ κατεβαίνεις και από ένα άλλο δρόμο της αγοράς που περνά ανάμεσα από το καφενείο του Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη και της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου που σήμερα έχει νοικιάσει ο Αλεξίου.
Κατεβαίνοντας λοιπόν από αριστερά δυο ακόμα κλειστά καφενεία. Του Παχού και του Γιαννόγλου. Εδώ υπήρχε πριν κάμποσα χρόνια και το περίπτερο του χωριού που διατηρούσε η μακαρίτισσα Γιαννούλα Τηνιακού –Χήρα- και αργότερα ο επίσης μακαρίτης Στρατής Κατσιάνος. Πιο παλιά τούτος ο δρόμος ήτανε πλακόστρωτος ο μοναδικός που ξέφυγε προς τη στιγμή τη μανία του τσιμέντου, μα κι αυτός δεν τη γλύτωσε.
Εδώ είναι το Παντοπωλείο του Γιάννη Προκοπίου –Αλμπάνη – που παλιά διατηρούσε ο παντοπώλης και λαδέμπορας Κυριάκος Αρμουτέλλης και το παραδοσιακό αρτοποιείο του Θόδωρα Χατζόγλου. Είναι από τα παλαιότερα αρτοποιεία με φούρνο, όπου με ξύλα ζεσταίνονται οι πλάκες πάνω στις οποίες ψήνεται το γνήσιο λισβοριανό σιταρένιο ψωμί. Είναι μαζί με τον άλλον της οικογένειας Γιάννη Προκοπίου –Αλμπανέλ- που λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής, από τους λίγους εναπομείναντας δυστυχώς στην Ελλάδα.
Απέναντι το μαγαζί, παλιό κουρείο του μακαρίτη Γιάννη Δαλβαδάνη που λειτούργησε παλαιότερα και σαν παντοπωλείο ο Κώστας Εμμανουήλ. Εδώ γύρω στα 1940 στεγαζόταν και το Κοινοτικό Γραφείο με γραμματικό το Στραρτή Αξιωτέλλη.
Παρακάτω η κλειστή ταβέρνα του Νικολάου Κανελή. Κι αυτός… μακαρίτης. Στον πάνω όροφο τούτου του κτιρίου και λίγο πριν το 1930, ημερομηνία ίδρυσης του σημερινού Δημοτικού Σχολείου, στεγάστηκαν για λίγο χρονικό διάστημα και κάποιες τάξεις του σχολείοου.
Εδώ ένας άλλος δρόμος σε οδηγεί στο «μπουγλού σουκάτς». Είναι μια άλλη συνοικία του χωριού μας. και εδώ μπροστά μας το αρχοντικό των Προκοπίου. Εδώ η τέχνη της λιθογλυπτικής, έχει δώσει ένα αριστουργηματικό διάκοσμο που δεν συναντάμε παρόμοιο σε άλλο σπίτι μέσα στο Λισβόρι. Και εδώ έχει λαξευτεί λεπτά η ίδια πέτρα σε ιωνικά κιονόκρανα, φύλλα άκανθας, φολίδες, ρόδακες. Ήρθανε από έξω λένε οι Προκοπίου με μπόλικο παρά και έφτιαξαν τούτο το σπίτι, που σήμερα πέρασε σε ξένα χέρια.
Κατεβαίνουμε και αριστερά μας το ξερολάγκαδο, «Γκα τσεσμέ», μπροστά μας δε ένα ακόμη ιδιωτικό λιοτρίβι, που δεν υπάρχει πια. Αυτό ανήκε στους αδελφούς Ζουπαντή. Βρίσκεται στην έξοδο του χω­ριού, απέναντι στο χείμαρρο. Τούτο δεν υπάρχει πλέον αφού άλλαξε χρήση και λειτουργεί σαν σύγχρονος αλευρόμυλος, όπου αλέθονται τα σιτάρια του χωριού, από τον Παναγιώτη και την Ελένη Παπαναστασίου. Δίπλα ακριβώς ένα άλλο κομμάτι αυτού του κτιρίου, ο παλιός ο αλευρόμυλος, με τις μυλόπετρες και την πετρελαιομηχανή, του μακαρίτη Τάκη Ζουπαντή. Κτίστηκε όλο τούτο το κτίριο στις 5 Αυγ. του 1908.
Από την άλλη μεριά του ποταμού, βλέπουμε ερειπωμένο, με το μισοπεσμένο του φουγάρο, λιοτρίβι της εκκλησίας, που χτίστηκε το 1910. Τούτο δούλεψε μέ­χρι το 1948. Ανήκει τώρα το μισό στην Εκκλησία και το υπόλοιπο μισό σε δέκα άλλους μετόχους.
Ο δρόμος από δω και πέρα συνεχίζει για το Σκαμιούδι, τη σκάλα και λιμάνι του Λισβορίου. Θα βρεις μπροστά σου τη διασταύρωση για την περιοχή της Τίδας και της Φραγκοκλησιάς, όπου και τα ξωκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και Αγίας Κυριακής.
Ένας άλλος δρόμος πιο κάτω σε βγάζει στη περιοχή της «Κάπης».
Κατεβαίνοντας στο Σκαμιούδι, δεξιά μας, ένας δρομίσκος οδηγεί στον Αη Σπυρίδωνα. Καινούριο εκκλησάκι έχει αντικαταστήσει το παλιό όπου η ανάγλυφη πέτρα μαρτυρεί τη χρονολογία του:. «Φεβρουαρίου 17 έτος 1930».
Είναι εδώ η περιοχή «Καυκάρα». Για αυτήν εδώ γράφει ο Ι. Κοντής «ότι εκτός από παλαιοχριστιανικά και πάλι λείψανα, υπάρχουν στην επιφάνεια και παλαιότερα όστρακα, αναφέρεται δε από τους χωρικούς και συχνή αποκάλυψη ταφών».
Ένας άλλος δρόμος από τα αριστερά βγαίνει στην περιοχή «Μπλο», με το ξωκκλήσι της Μεταμορφώσεως , συνδέεται και με τον ασφαλτόδρομο των θερμοπηγών.
Εδώ λοιπόν στο δρόμο της Καυκάρας μόλις τελειώσει η κατηφόρα, είναι και το εκκλησάκι της Παναγιούδας.
Εδώ πέρα και κοντά στην Παναγιούδα, ένας δρόμος σε βγάζει στις θερμοπηγές και ένας άλλος λίγο παραπέρα στις περιοχές «Μτσε», και «Ρουδαφνίδια» με τον υπέροχο υδρόμυλο. Προχωρώντας και μέσα από μπόλικες διασταυρώσεις και αγροτικούς χωματόδρομους θα βρεθείς ή στην Αγία Φωτεινή ή από ένα άλλο δρόμο στον Ταξιάρχη της «Πετραδερή». Θα καταλήξεις τελικά στο δρόμο Σκάλας Πολιχνίτου - Αχλαδερής, και στην περιοχή «Αρμυρός». Από δεξιά Σκαμιούδι, από αριστερά Σκάλα Πολιχνίτου.
Πιο κάτω απ’ την Παναγιούδα και δεξιά η διασταύρωση για την περιοχή Τέμενος και τον Άγιο Ισίδωρο.
Συνεχίζεις ευθεία και βρίσκεις μπροστά σου το Σκαμιούδι, με τις πανέμορφες ταβέρνες, το λιμάνι, τις βάρκες και τους ψαράδες και ο Άη - Νικόλας.
Πριν βρεις μπροστά σου τη θάλασσα, το σταυροδρόμι, Σκάλας Πολιχνίτου, Αχλαδερής. Απ’ τη μεριά της Αχλαδερής, δεξιά, τα «Λιβάδια», το ‘Αλικούδι» όπου και η πλαζ του χωριού, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Γιάννη Κουλαρά, ο Άγιος Παύλος, η Αχλαδερή.
(Φωτογραφίες έχουμε πάρει απ' το λεύκωμα της κ. Τζέλλης Χατζηδημητρίου ' 39 ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΟΥΡΕΙΟ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: