Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ





§  Μεγάλη Εβδομάδα

«Βάγια Βάγια του Βαγιώ τρώνι ψάρια τσι κουλιό». Κυριακή των Βαΐων.
Μέρα γιορτής. Ο κόσμος όλος, το χωριό όλο, θα εκκλησιαστεί για ν’ ακούσει το τροπάριο, «Την κοινήν Ανάστασιν προ του Σου πάθους πιστούμενος…».. Η Εκκλησιά σήμερα είναι καταστόλιστη με βάγιες. Μερικοί κοιτάζοντας τις βάγιες θα κάνουν και τις προβλέψεις τους για την ερχόμενη ελαιοπαραγωγή. Αν έχει πολύ καρπό η βάγια θα έχουμε και καλό μαξούλι. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς θα μοιράσει την ευλογημένη βάγια στον κόσμο, που όλοι  θα την πάρουν με κάθε ευλάβεια στο χέρι τους, θα αλληλοχτυπηθούν ελαφρά στο κεφάλι, θα ευχηθούν με το απαραίτητο «τσι τ΄ χρον» και θα επιστρέψουν στο σπίτι. Οι νοικοκυρές θα τοποθετήσουν τα βαγιόκλαδα στο εικονοστάσι και θα ανασκουμπωθούν για τις δουλειές. Στο τραπέζι σήμερα ψαροφαγία. Ο παστός κολιός αδύνατο να λείπει τούτη τη μέρα. Λίγη αναστολή στη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής. λόγω εορτής, και από αύριο Μ. Δευτέρα ξανά πάλι στην αυστηρά νηστεία.
Τη μέρα τούτη έχουμε στο Λισβόρι το « Ρουμάνι». Άλλοτε το συναντάμε και το Σάββατο του Λαζάρου το απόγευμα. Ένα μεγάλο κλαδί βάγιας πάνω στο οποίο είναι δεμένα διάφορα πολύχρωμα κουρέλια, το σηκώνει ο νεωκόρος ή κάποιος άλλος και με τη συνοδεία παιδιών, μετά τη λειτουργία, το περιφέρουν στα σπίτια του χωριού, για τα κάλαντα των Βαΐων. «Όξου ψύλοι, ποντικοί και μέσα του ρουμάνι, να φάει Βαϊόφυλλο να πέσει να πεθάνει». Οι νοικοκυράδες θα δώσουν στους επισκέπτες με το «Ρουμάνι» ρεγάλο αυγά, μερίδιο στα οποία έχει και ο παπάς.  
Το βράδυ και πάλι στην Εκκλησία. Όλες βέβαια τις μέρες τούτες είναι αδιανόητο για το Λισβοριανό να μην εκκλησιαστεί. Απόψε «θα βγει ο Νυμφίος» και όλοι πρέπει να τον προσκυνήσουν.
Μεγάλη Δευτέρα και ξεκινά η Μεγάλη εβδομάδα. Το πρωί η προηγιασμένη. Στο σπίτι η νοικοκυρά ετοιμάζει το κουσάφι. Το νηστίσιμο Μικρασιάτικο ρόφημα – τύπου κομπόστας-  με τις βρασμένες σταφίδες, τα κομμάτια από κυδώνι, το πορτοκαλόφυλλο, την κανέλα και τη ζάχαρη. Με κουσάφι ξεκινά η νηστεία της Μ. Σαρακοστής με κουσάφι και της Μ. Εβδομάδας. Στο τραπέζι αυστηρή νηστεία. Παράλληλα η απαραίτητες προετοιμασίες του σπιτιού –πρέπει όλα να λάμπουν-  για τις Πασχαλινές ημέρες που έρχονται.
Τη μεγάλη Τρίτη έχουμε «τ’ς  Κασσιανής του τρουπάρ». Μέρες προετοιμάζονται ψάλτες και βοηθοί για να αποδώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Με την απόλυση φεύγοντας ο καθένας θα πει και το δικό του σχόλιο.
-«όμουρφα του ’παν»
-«πιο καλά του  ’παν πέρς».
Τη Μεγάλη Τετάρτη το Ευχέλαιο. Οι γυναίκες θα τρέξουν το απόγευμα στην Εκκλησία για να «φτσιλιαστούν». Απαραίτητο και ένα μπουκάλι  λάδι –δώρο-, για τα κανδήλια της Εκκλησίας. Το βράδυ στα σπίτια ζυμώνεται «ατσοίμστ  βλουγιά». Νοικοκυρές σε ιδιότυπη αγρυπνία θα ζυμώσουν με προσευχές και ψαλσίματα, και το ψιλοκοσκινισμένο σιταρένιο αλεύρι, την προσφορά για τη λειτουργία της  Μ. Πέμπτης.
Ξημερώνει η Μεγάλη Πέμπτη. «Κότσιν Πέμτ». Μέρα δύσκολη και γεμάτη ασχολίες. Το πρωί η Θεία Λειτουργία. Ο παπάς θα προσκομίσει αυτή με την πιο όμορφη σφραγίδα, απ’ τις «ατσοίμστις βλουγιές». Σήμερα θα κοινωνήσει πολύς κόσμος. Και το ευτράπελο. «Είνι φουτιά γη μιτάδους σήμιρα, τσι ε καν να μιταλάβιν,  νιες παντριμένις». Μετά τη Λειτουργία αμέσως στις δουλειές. Το σφάξιμο του αρνιού για τους άνδρες, το βάψιμο των αυγών για τις γυναίκες. Αυγά κόκκινα – «κότσιν Πέμτ», - αυγά πλουμιστά – φαραώ-. Το φυλλαράκι που διαλέχτηκε, μπαίνει πάνω στο αυγό, το αυγό δένεται σφιχτά μέσα σε ψιλή κάλτσα κι βάφεται έτσι. Όταν βγει από τη μπογιά, μένει, φυσική ζωγραφιά, στο σημείο που είχε κολλήσει το φυλλαράκι. άσπρο- , πάνω στο κόκκινο αυγό. Αυγά επίσης σε διάφορα χρώματα, με φυσικές μπογιές,. «καρυδότσιφλα», «αμυγδαλότσιφλα».
Το μάζεμα των λουλουδιών είναι μια ακόμη ασχολία της Μ. Πέμπτης. Το βράδυ, μετά την απόλυση της ακολουθίας πρέπει να στολιστεί ο Επιτάφιος και χρειάζονται λουλούδια. Οι κοπέλες λοιπόν αναλαμβάνουν τούτη τη δουλειά. Θα τρέξουν στα κοντινά χωράφια αλλά και στα διάφορα σπίτια για τη συγκέντρωση των απαραιτήτων λουλουδιών.
Το βράδυ η ακολουθία των Παθών. Θα διαβαστούν τα Δώδεκα Ευαγγέλια και θα βγει ο Εσταυρωμένος. «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Στεφάνια από φυσικά λουλούδια που φτιάχτηκαν με μεράκι προηγουμένως, σκεπάζουν κυριολεκτικά ολόκληρο το Σταυρό.
Αργά το βράδυ και όλη τη νύχτα, μέσα στην Εκκλησία, το στόλισμα του Επιταφίου.
Μεγάλη Παρασκευή. «Σήμιρα Μαύρους ουρανός, σήμιρα μαύρη μέρα».
Απ’ το πρωί ο κόσμος στο πόδι. Να γίνουν οι τελευταίες ετοιμασίες για  τον Επιτάφιο να τοποθετηθεί στη θέση του στο κέντρο του ναού και να είναι έτοιμος για την ταφή. Οι χωριανοί θα ρθουν, θα δουν τον Επιτάφιο και βέβαια θα σχολιάσουν για τις στολίστρες. Μετά όλοι στο νεκροταφείο για να ψαλλούν τα τρισάγια στους νεκρούς.  Χρέος μεγάλο κι αυτό και δεν έχουμε δικαίωμα να το παραβλέψουμε. Οι νεκροί μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα περιμένουν τις προσευχές μας. Θα επιστρέψουμε και πάλι όλοι στην Εκκλησία και θα ξεκινήσουν οι Μεγάλες ώρες της Μ. Παρασκευής και αμέσως μετά ο Εσπερινός με την Αποκαθήλωση και τη Ταφή. Βλέπεις σήμερα, στο πρόγραμμα της σημερινής μέρας  δεν χωράει τίποτες άλλο. Όλα για Το Χριστό. Ακόμα και φαγητό στο τραπέζι, καλά – καλά δεν μπαίνει. Νωρίς το απόγευμα το μοιρολόι. Γύρω – γύρω στον Επιτάφιο  μαζεμένοι μικροί και μεγάλοι  τραγουδούν «Τ’ς  Παναγιάς του τραγουδ». Μοιρολόι για το Χριστό μα και προφητεία για τη Ανάσταση.
Και συνεχίζουμε. Ο όρθρος του Μ. Σαββάτου. «Κύμματι θαλάσσης» και εγκώμια. Μεγάλη στιγμή κι αυτή. Όλη τη Σαρακοστή οι ψαλτάδες ετοιμάζουν τις χορωδίες για τα εγκώμια. Και βέβαια οι πιο καλλίφωνες το «Ω γλυκύ μου έαρ» και το «Έρραναν τον Τάφον».
Θα κλείσει η Μ. Παρασκευή με την περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους του χωριού, παλαιότερα, απαραίτητο να επισκεφθεί και τους νεκρούς, η νεκραναστάσιμη αυτή λιτανεία και επιστρέφει πια ο κόσμος στα σπίτι για να επιστρέψει  και πάλι πρωί – πρωί για τη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, την « πρώτη Ανάσταση». «Ανάστα ο  Θεός…» και γεμίζει ο παπάς με φύλλα βάγιας όλη την Εκκλησία. Οι γυναίκες προσπαθούν να τα πιάσουν στο αέρα. Πριν πέσουν κάτω τα μαζεύουν για να τα πάρουν στο σπίτι. Είναι καλό φυλαχτό…
Στη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου που σήμερα κατ’ εξαίρεση την κάνουμε μέσα στο κουβούκλιο του Επιταφίου και όχι πάνω στην Αγία Τράπεζα, δεν θα μείνουν και πολλοί ακοινώνητοι. Κατόπιν όλοι στο σπίτι. Πολλές οι δουλειές που περιμένουν τους χωριανούς. Φτάσαμε πλέον στην Ανάσταση και πρέπει όλα να τα κάνουμε Αναστάσιμα.

§  Ανάσταση

Και φθάνουμε στο αποκορύφωμα όλων αυτών των ημερών. Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Όλοι στο πόδι και πανέτοιμοι. Με τη λαμπάδα στο χέρι, - «λαμπάδα που μπορεί να είναι και από… χέρι» που την κρατά καμαρωτά η κοπελιά, λαμπάδα του νονού και της νονάς στα βαφτιστήρια -,   με το αυγό το κόκκινο και τα σπίρτα στην τσέπη, για να αναστηθούν κι αυτά. Πριν ακόμη χτυπήσει η καμπάνα, στις 11 το βράδυ, η Εκκλησία ασφυκτικά γεμάτη. Όλοι με την καλή την φορεσιά τους με το χαμόγελο τους, με τις  μπόλικες τις ευχές τους. Μετά το «Κύμματι θαλάσσης», θ’ ανάψουν τις λαμπάδες τους, και θα περιμένουν να δουν «ποιος θα πάρει φέτος την Ανάσταση». Ο επίτροπος με το που ανάβουν τα φώτα μετά το «Δεύτε λάβετε φως…», έχει πάρει τη θέση του μπροστά στην Άγια Πόρτα. Κάνει τρεις μετάνοιες στον παπά που κρατά την Ανάσταση – το ξύλινο λάβαρο της Ανάστασης -  στα χέρια του, την ασπάζεται και καμαρωτός στέκεται στο κέντρο του σολέα. «Η Αγία Ανάσταση προσφέρεται…». Κι αρχίζει το πλειοδότημα για το ποιος θα δώσει τα πιο πολλά για να σηκώσει φέτος την Ανάσταση απόψε και τη Κυριακή του Πάσχα.
Θα βγουν όλοι μαζί μετά στην αυλή, θα ακούσουν το «Χριστός Ανέστη» και μετά θα περάσουν όλοι να ασπαστούν την Ανάσταση και να ευχηθούν τα Χρόνια πολλά στον φετινό πλειοδότη που την κρατά. Μπαίνοντας ξανά στην Εκκλησία, οι πόρτες είναι κλειστές.  Χρειάζεται η βροντερή φωνή του παπά, «Άρατε πύλας οι άρχοντες της γης», για να ανοίξουν και να εισέλθει «ο βασιλεύς της δόξης». Μάταια φωνάζει από μέσα ο επίτροπος, «Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης». Ένα δυνατό σπρώξιμο απ’ τον παπά και οι πύλες ανοίγουν διάπλατα. Από κει και πέρα, άλλοι θα επιστρέψουν στο σπίτι με τις αναμμένες λαμπάδες για το φαγοπότι και άλλοι θα παραμείνουν στην Εκκλησία για την Αναστάσιμη θεία Λειτουργία. Όλοι όμως πριν μπουν στο σπίτι, θα κάνουν σταυρό με την κάπνα τις λαμπάδας στο ανώφλι της πόρτας και θ’ ανάψουν το καντήλι με το αναστημένο φως.
Την Κυριακή του Πάσχα έχουμε τη Δευτερανάσταση. Όλοι στα γιορτινά ντυμένοι, ιδιαίτερα οι κοπέλες που είναι σε ώρα γάμου έχουν κάτι ξεχωριστό να βάλουν για τον Εσπερινό της Αγάπης και την Αναστάσιμη λιτανεία στους δρόμους του χωριού.
Ακολουθεί η Διακαινήσιμη εβδομάδα. Και οι χωριανοί όλες αυτές τις μέρες γιορτάζουν αληθινά. Χαίρονται σωματικά και ψυχικά. Η Λαμπροδευτέρα βέβαια είναι και πάλι μέρα εκκλησιασμού, είναι κι αυτή Ανάσταση και μετά η προετοιμασία για τα «φουρνιστά».Θα ετοιμαστεί το γεμιστό αρνί, Θα γεμίσουν με ρύζι, εντόσθια ψιλοκομμένα και μυρωδικά το « κανάτι», θα μπει στον «καπατσιαστό»  τζετζερέ, θα ετοιμαστεί ο φούρνος της γειτονιάς- τα πιο πολλά σπίτια είχαν και το φούρνο τους -  και θα μπουν εκεί, όλης της γειτονιάς τα «καπατσιαστά» και θα μείνουν εκεί μέσα μέχρι να γίνουν «λουκούμι». Με  την αναμονή βέβαια, χοροί και τραγούδια έξω απ’ της γειτονιάς το φούρνο. Και το γλέντι συνεχίζεται…



§  Λαμπροτρίτη.

Φρόντισαν, γράφει ο Απόστολος Αναγνώστου, οι Λισβοριανοί να κτίσουν μια μικρή εκκλησούλα στο όνομα της Παναγίας, που λόγω του μικρού μεγέθους της τη βάφτισαν «Παναγιούδα». Αυτή βρίσκεται στον καλοκαιρινό οικισμό της «Καυκάρας» που παλαιότερα σχεδόν όλοι οι νοικοκυραίοι είχαν τις ιδιότυπες κατοικίες τους, «τα ντάμια» και το απαραίτητο αλώνι. Εκεί συνάθροιζαν τα γεννήματα τους, και κυρίως το στάρι και εκεί γινόντουσαν όλες οι απαραίτητες εργασίες∙ αλωνίσματα, λιχνίσματα και τα λοιπά. Κι αυτό από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβριο. Η Παναγιούδα μπορεί να χαρακτηριστεί για τα χρόνια εκείνα σαν ένας καλοκαιρινός ενοριακός Ναός για κείνον τον οικισμό. Την Τρίτη λοιπόν από το Πάσχα όλο το χωριό κατέβαινε στην Καυκάρα από το πρωί για να παρακολουθήσουν την Πασχαλιάτικη ακολουθία, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ανοιξιάτικη και αναστάσιμη.
Μετά το τέλος τη Θείας Λειτουργίας, όλοι μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, έπαιρναν το καφέ τους, ή το όποιο άλλο ποτό τους, συνήθως ούζο,  στα πρόχειρα καφενεία που είχαν στηθεί, στα οποία φρόντιζαν να υπάρχουν και τα υποτυπώδη έπιπλα, μπουφές, τραπέζια, καρέκλες κ. λ. π. Εκεί οι μεζέδες έδιναν και έπαιρναν… αυγά, τυριά, ψητό κρέας. Γλέντι και τραγούδι, χορός και πανηγύρι στην Καυκάρα πολλές φορές και με ιδιότυπα όργανα, τον «τενεκέ»,  και το βράδυ η συνέχεια στο χωριό.
Όλες αυτές τις μέρες εύρισκαν ευκαιρία και οι ερωτευμένοι για να στείλουν στη αγαπημένη τους, «σ’  γιαβουκλού ντουν», ένα ερωτικό δώρο, που ήταν ένα χαρτί χαλβάς, που εκείνη απαντούσε στέλνοντας με τις φίλες της, μέσα σε μεταξωτό μαντήλι τα «φαραώ» αυγά με τα πολλά χρώματα.

§  Η Ανάληψη.

Σαράντα μέρες, μας λέει πάλι ο Απόστολος Αναγνώστου, μετά την Ανάσταση, την Ανάληψη, δηλαδή την εν­σώματη στους ουρανούς άνοδο, του Κυρίου μας, εορτάζουμε. Από το ρήμα ^αναλαμβάνω» η λέξη «Ανάληψη", και δηλώνει ότι ο Πατήρ ανά­λαβε -πήρε - στους ουρανούς, τον Υιό, μετά την ολοκλήρωση του έργου Του στη γη.
Η γιορτή είναι μεγάλη και γι" αυτό παλαιότερα ήταν αργία για τι σχολεία. Στο Λισβόρι που οι κάτοικοι από παλιά τιμούσαν όλες τις γιορ­τές, εκτός βέβαια από τον απαραίτητο εκκλησιασμό, τηρούσαν και διάφορα έθιμα σε συνδυασμό με τη γιορτή.
Θυμάμαι λοιπόν, δεν ξέρω αν τηρείτε από πολλούς σήμερα, τη μέ­ρα της Ανάληψης, απαραίτητα, έπρεπε ολόκληρη η οικογένεια να κάνει μπάνιο, ή στην ανάγκη μόνο να λουσθεί, με νερό που οι γυναίκες, την παραμονή, το προετοίμαζαν κατάλληλα. Έβραζαν λοιπόν μέσα στο νε­ρό που προοριζότανε για το μπάνιο της οικογένειας, διάφορα αρωματικά φυτά, δεντρολίβανο, μαντζουράνα, φύλλα καρυδιάς κ. λ. π, και την ημέ­ρα της Ανάληψης όλοι μικροί και μεγάλοι, έπρεπε να κάνουν, μ1 αυτό το μπάνιο τους. Η μάννα μου θυμάμαι, Φώναζε να διακόψουμε και το παιχνίδι ακόμα για το απαραίτητο λούσιμο. Σε κανένα άλλο μέρος, απ' τα γύρω χωρία δεν γνωρίζω να γίνεται κάτι τέτοιο.
Την ήμερα επίσης της Ανάληψης, απαραίτητο, για την οικογένεια, ένα ποτήρι γάλα, ή «ψυρούτς», ή ένα πιάτο ρυζόγαλο. Όσο αφορά τους τσομπάνηδες και αυτούς που έχουνε πρόβατα, για την υγεία των ζώων τους, πρέπει να μοιράσουν, τη μέρα αυτή, γάλα σε διάφορα σπιτικά.





Κυριακή, 14 Μαρτίου 2021

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ

ΑΠΟΚΡΙΕΣ  ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ



Μόλις μπούμε στον καινούριο χρόνο και πάνε να ξεχαστούν οι πανηγυρισμοί του Δωδεκαημέρου, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα, αμέσως τα ημερολόγια στα χέρια για να ψάξουμε για το Πάσχα. Πότε το Πάσχα εφέτος, πότε οι Αποκριές, πότε η Καθαρά Δευτέρα.
Τα ήθη και τα έθιμα δίνουν και παίρνουν και η ζωή μπαίνει σε άλλο ρυθμό. Φροντίδα της νοικοκυράς να προετοιμάσει κατάλληλα όλη την ατμόσφαιρα του σπιτιού για να φανεί ότι κάτι αλλάζει στην οικογένεια. Για να φανεί ότι έρχεται η Σαρακοστή.
Όπως σ’ όλη τη Λέσβο έτσι και στο Λισβόρι οι εορτές, για τις Αποκριές, και οι προετοιμασίες γι’ αυτές αρχίζουν από την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Οι εορταστικές εκδηλώσεις εντείνονται όσο πλησιάζει η καθαρά Δευτέρα, και κορυφώνονται τις δυο Κυριακές πριν  απ’ αυτήν, την Κυριακή δηλαδή των Απόκρεω και την Κυριακή της Τυρινής. Τις μέρες αυτές ομάδες μεταμφιεσμένων, παιδιών ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια, περιέρχονται τους μαχαλάδες με ραβδιά στα χέρια και αστειεύονται με όλους, απειλούν με τα ραβδιά τους, γελούν και γλεντούν. Μπαίνουν μάλιστα και στα σπίτια και περιμένουν το ρεγάλο τους.  Τούτα είναι τα «γιούνια». Για τις αταξίες, τις φωνές και την όλη συμπεριφορά τους ένα σκωπτικό δίστιχο λέει: «Γιούνια – Γιούνια,  τ’ ς  Απουκριγιάς τα γρούνια».
«Ένα ζευγάρι συνήθως από άνδρες, μας έγραψε ο Απόστολος Αναγνώστου, ο ένας γαμπρός και ο άλλος νύφη, με μουτζουρωμένα τα πρόσωπα, ήταν μια, παλιότερη, αποκριάτικη φιγούρα. Ένας τσιγγάνος και μια τσιγγάνα, που σου έλεγαν τη μοίρα ένα ακόμα ζευγάρι με «γιούνια».Ο Στρατής ο Παγώτης είχε αλείψει το Δημητρό τον Αποστολέλλη (του «γρουν»,όπως τον έλεγαν, με πετιμέζι και είχε κολλήσει στο σώμα του φτερά και με ένα λουρί που του ’χε περάσει στο λαιμό, παρίστανε τον αρκουδιάρη με την αρκούδα του. Μια άλλη κατασκευή που ο ίδιος έκανε, ήταν ένα αυτοσχέδιο βιολί, στο οποίο, μόλις τραβούσε το δοξάρι πάνω στα τέλια σηκωνότανε ένα ρεπάνι όρθιο. Μια έξυπνη…σόκιν κατασκευή.
Όλοι αυτοί οι μασκαράδες, «τα γιούνια», χόρευαν γυρίζοντας το χωριό, με συνοδεία ζωντανής μουσικής, ή γραμμόφωνου και της λατέρνας που την έφερε στο χωριό ο Νικόλαος Πετρίδης».
Όλη την εβδομάδα της Τυρινής έχουν την τιμητική τους οι πίτες, με πρώτες και καλύτερες τις πίτες με βάση το γάλα. Ριζόπιτες, μυζηθρόπιτες  και γαλακτομπούρεκα, αλλά και χορτόπιτες, με «ψιλά» χόρτα και τυριά αλλά και ρυζόγαλα και κρέμες και ότι φανταστείς. Έφτιαχναν ακόμη «μτζιθρουπτάρια», γλύκισμα σε σχήμα κεφτέ με βάση τη μυζήθρα και τη ζάχαρη που το τηγάνιζαν και «κατμέρια» -«μπιστριμέδις»- πού  ’ναι η σπιτική χωριάτικη τυρόπιτα με φύλλο ανοιγμένο στο χέρι και γέμισμα με τυρί και μυρωδικά, δυόσμο και πιπέρι, τηγανιτά κι αυτά. Τρώνε στο σπίτι, δίνουν στη γειτονιά, μοιράζουν σε φίλους και γνωστούς, κερνάνε τους μουσαφίρηδες. Στο τέλος το βράδι της Κυριακής της Τυρινής κλείνει «μι τ’ αυγού του τσίσλσμα». Τελειώνοντας από το γιορτινό αποκριάτικο τραπέζι, θα κυλήσουν το αυγό πάνω στο τραπέζι, πριν το σπάσουν για να το φάνε, με την ευχή: «σα που τσλα τ’ αυγό έδιετς να τσλiς τσι γη Σαρακουστή».
«Τις Απόκριες, μας είπε παλαιότερα ο Παναγιώτης (Δούκα) Τσεσμελής, μαζεύονταν πολλές οικογένειες σ’ ένα σπίτι, έπαιζαν το ταψί, και χόρευαν. Πολλοί απ’ αυτούς ντύνονταν «γιούνια».
Την τελευταία Αποκριά έκαναν πολλά φαγητά, όπως πίτες διάφορες. Κότες πιλάφια και ότι έμενε το έδιναν την άλλη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, στους Γιουρούκηδες, γύφτους, για να πάρουν ξύλα.
Οι «Γιουρούκδις» -Γιουρούκηδες, Γιουρούκοι – ήταν νομαδική φυλή, ομόθρησκοι με τους Τούρκους, που ζούσαν παλαιότερα στο δάση της Λέσβου και κύρια ασχολία τους ήτανε η υλοτομία και η εκμετάλλευση της ξυλείας από τα δάση.
Την Καθαρά Δευτέρα έτρωγαν κουκιά βρεγμένα μόνο κι έκαναν το κουσάφι, με νερό και σταφίδες. Όλη αυτή τη βδομάδα δεν έτρωγαν ούτε λάδι».
«Κουσάφ»: Μικρασιάτικο πιόμα, είναι ένα είδος κομπόστας με σταφίδες. Σταφίδες βρασμένες, με μυρωδικά, πορτοκαλόφυλλα, λίγη ζάχαρη αν τη τραβά η όρεξη,  ίσως και κάποια μικρά κομματάκια κυδωνιού και σερβίρεται την Καθαρά Δευτέρα. Δεν υπάρχει σπίτι στο Λισβόρι που να μην διαθέτει και να μην κερνά «Κουσάφ», την Καθαρή Εβδομάδα.
Να σημειώσουμε εδώ και το «τρίμερο», το γνωστό στην εκκλησία μας ανέλαιο τριήμερο, κατά οποίο οι πλέον δυνατοί , γυναίκες περισσότερο νηστεύουν παντελώς, χωρίς να βάλουν στο στόμα τους ούτε νερό, τις πρώτες τρεις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και κοινωνούν κατά την πρώτη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων της Τετάρτης.
Άμεση σχέση με το πρωτοβδόμαδο, την Καθαρά εβδομάδα, έχουν και τα λεγόμενα «τριμεριάτικα». Η νύφη στην πεθερά και στην κουνιάδα, η μητέρα του παιδιού στην κουμπάρα και τον κουμπάρο που βάφτισαν το παιδί της κατά τον άγραφο νόμο του χωριού πρέπει να πάει τα «τριμεριάτικα»Μέσα σε δίσκο στολισμένο μπαίνει το «κουσάφι» σε κανάτα, η κολοκυθόπιτα, οι καραμέλες, τα σύκα τα γεμιστά με καρύδι και μυρωδικά, όλα νηστίσιμα για να πάνε σαν δώρα, για το καλό των ημερών και να ανταλλαγούν οι καθιερωμένες ευχές για καλή Σαρακοστή. Φυσικά ο δίσκος θα επιστραφεί με τα ανάλογα αντιδώρα.

«Το βράδι της Κυριακής (της Τυρινής), σημειώνει ο Απόστολος Αναγνώστου, έπρεπε να πλυθούν όλα καλά μη τυχόν και μείνουν υπολείμματα από αρτύσιμες, των ημερών της κρεωφαγίας,  τροφές.
Η πρώτη απ’ ότι θυμάμαι λαδερή τροφή μετά την Κυριακή αυτή, ήτανε χορτόπιτα, που ψηνότανε στα κάρβουνα του τζακιού, και την έτρωγε όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι, την Παρασκευή το βράδυ,  μετά την απόλυση της Εκκλησίας, στους πρώτους «χαιρετισμούς».  Λόγος για γαλακτερά και ψάρια πλέον δεν γίνεται παρά μόνον την εορτή του Ευαγγελισμού και την Κυριακή των Βαΐων.
Άμεση σχέση με τα παραπάνω και φυσικά τη ψυχαγωγία των κατοίκων, έχουν και τα παρακάτω αναφερόμενα από τον Απόστολό Αναγνώστου, συνταξιούχο εκπαιδευτικό και ιεροψάλτη του ναού μας και αναφέρονται σε μνήμες της Αποκριάς με κέντρο αναφοράς το «Μπάλλο», παραδοσιακό γλέντι και χορό των τελευταίων ημερών της εβδομάδας της Τυρινής.
«Ήρθαν και πάλι οι Αποκριές και πέρασαν όπως γίνεται χρόνια και χρόνια…
Θυμάμαι παλιότερα στο χωριό μας πως διασκέδαζαν, με τις όμορφες και συμβολικές μεταμφιέσεις, άνδρες και γυναίκες και μάλιστα όχι λίγοι, που διέθεταν και έμφυτο χίουμορ, χωρατατζήδες όπως τους λέμε, έβρισκαν την ευκαιρία να επιδείξουν τις ικανότητες τους. Η γύρα στο χωριό, την τελευταία Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα, ήταν το επιστέγασμα όλων αυτών των «υπαίθριων παραστάσεων»και ο κόσμος χαιρόταν και διασκέδαζε. Όλες αυτές τις μέρες και ιδιαίτερα τα βράδια των δυο Κυριακών, «Κριγιατνής»και «Τυρινής», γινόντουσαν οι διασκεδάσεις, οι «μπάλοι» οι χαρές και τα γέλια.

Θυμάμαι ακόμη το «μπάλλο», όπως λέγαμε τη διασκέδαση της τελευταίας Κυριακής.
Μικρός τότε, πρέπει να ήταν το …34 ή το …35 με …36, που στο χωριό και στα καφενεία της Αγοράς, έπαιζαν λαϊκές κομπανίες. Ήταν τότε άφθονες σ’ όλο το νησί.
Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι τότε χόρευαν πάντα ζευγάρια, άνδρας και γυναίκα (ανδρόγυνο), ή δυο φίλοι, ή δυο φίλες. Δεν υπήρχε αυτό το χάλι που βλέπουμε σήμερα, που κάθε άλλο παρά χορός είναι. Ο χορός είναι έκφραση συναισθημάτων και χάρης. Ο κάθε χορευτής έχει τη δική του χάρη όταν χορεύει. Εξ άλλου υπήρχε και μια διαδοχική και απαράβατη σειρά στο χορό. Συρτός, μπάλλος, καρσιλαμάς, και τελευταία ομαδικός –Σέρβικος – ή Καλαματιανός με όλη την παρέα του τραπεζιού. Δεν τολμούσε κανείς να σηκωθεί αν κάποιο ζευγάρι χόρευε. Στην περίπτωση αυτή που αναφέρω η αυτοσχέδια ορχήστρα, ανάλογα με την περίπτωση, δηλ. ποιο ζευγάρι χόρευε έλεγε και τα σχετικά τετράστιχα. Και ποιος πάνω σε τέτοιο κέφι δεν έριχνε λεφτά στις τραγουδίστριες…και ας πάει και το παλιάμπελο! Θυμάμαι που κόντευε να ξημερώσει και το κέφι ήταν αμείωτο, μπέτο.
Αυτές οι διασκεδάσεις ήταν το κάτι άλλο και δεν μοιάζουν με τις σημερινές άχαρες εκδηλώσεις τόσο σε ομαδικό όσο και σ ατομικό επίπεδο. Ίσως να έχω άδικο γιατί παρά είμαι μεγάλος και δεν μ’ αρέσουν τα σημερινά. Πιθανόν, αλλά βλέπω και τους νέους και τις νέες της εποχής που κάτι τέτοιες μέρες πλήττουν. Δεν διασκεδάζουν! Όταν κανείς χαίρεται, φαίνεται καθαρά. Και όταν μελαγχολεί πάλι φαίνεται».
Ακόμη ο Απόστολος Αναγνώστου μας έγραψε τις αναμνήσεις του για την «Καμήλα».Ένα ξεχασμένο έθιμο στο χωριό μας, των ημερών αυτών, που όμως το έχουμε δει να γίνεται και σε άλλα μέρη στο νησί μας, όπως τα Πάμφιλα και στο Μεσότοπο αλλά και εκτός νησιού, όπως στη Σταυρούπολη Ξάνθης και σε άλλες περιοχές, όπως κατέγραψε σε μια συγκριτική μελέτη με τίτλο ¨Δρώμενα και Λαϊκό Θέατρο. Θράκη Αιγαίο Κύπρος» ο Θόδωρος Γραμματάς.
«Αυτές τις μέρες των Αποκρεών, που γίνεται μεγάλη βαβούρα κυρίως από τα κανάλια και των παρουσιάσεων των προετοιμασιών στα διάφορα μέρη της χώρας μας, για τις καρναβαλικές εκδηλώσεις που θα παρουσιαστούν την τελευταία Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα, θυμήθηκα τις Αποκριές στο χωριό μας πριν 60 -70… χρόνια… Τότε όλα ήταν αυθόρμητα· φτωχικά μεν αλλά πιο ζεστά και πιο ανθρώπινα.
Μια λοιπόν από τις Αποκριάτικες εκδηλώσεις ήταν και η «Καμήλα».
Δυο απ’ τους καμηλιέρηδες που θυμάμαι ήταν ο Φίλιππας ο Προκοπίου, ο Φίλιππας με το λεβέντικο παρουσιαστικό και πάντα αμετακίνητος στις απόψεις του και αργότερα ο Ευστράτιος ο Θερμιώτης, ο Τάκης, (που αν τολμούσε κανείς να τον φωνάξει με ολόκληρο το όνομα του, έπρεπε να είναι προετοιμασμένος να ακούσει τα εξ αμάξης).
Ένα πτώμα (κουφάρι) γαϊδάρου, ή αλόγου και συγκεκριμένα οι σπόνδυλοι του λαιμού και το κεφάλι, ήταν η πρώτη ύλη για την «καμήλα». Αυτά αφού θα καθαριστούν και θα συναρμολογηθούν πάνω σε μια σιδερένια βέργα θα αποτελέσουν το λαιμό και το κεφάλι της καμήλας. Το κεφάλι στο πάνω μέρος της βέργας και η κάτω σιαγόνα δένεται κατάλληλα με ένα σύρμα και κατά τέτοιο τρόπο ώστε το στόμα να ανοιγοκλείνει και να φαίνεται η «καμήλα» ζωντανή. Το άλλο άκρο της βέργας στερεώνεται πάνω σε μια σκάλα που είναι και ο σκελετός για το σώμα της «καμήλας».
Τη ξύλινη σκάλα που είχε κατάλληλες λαβές στα πλάγια τη σήκωναν νέοι στους ώμους τους σκεπασμένοι με ένα χράμι, ώστε να μην φαίνονται και από πάνω ήταν ριγμένο ένα καρπετί όπως αυτά με τα οποία στόλιζαν κατασάμαρα τα ζώα στα πανηγύρια. Στο πίσω μέρος της σκάλας, που υποτίθεται είναι τα οπίσθια της «καμήλας», έδεναν την ουρά. Σκληρές λαγάρες με μια τούφα στην άκρη από τρίχες βοδιών, που κατάλληλα σηκωνόταν για να διώξει τις μύγες· το δεύτερο ζωντανό σημείο της καμήλας. Κάπου στη μέση ένα μαξιλάρι έδειχνε την καμπούρα της «καμήλας».
Επάνω λοιπόν σ’ αυτή την κατασκευή ο καμηλιέρης ντυμένος Βεδουίνος, με μια μακριά κελεμπία, ένα χρωματιστό γιλέκο, ένα σαρίκι με κορδόνια πολύχρωμα και ένα καμουτσίκι στο χέρι συμπλήρωνε όλη την παράσταση.

Αυτή η «καμήλα» έκανε βόλτες στο χωριό και κάνοντας διάφορες στάσεις, απάγγειλε ο καμηλιέρης αυτοσχέδια τετράστιχα εν μέσω ζωηρών χειροκροτημάτων και ζητωκραυγών». 



Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020


ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ 1930 – 2020


Κηδέψαμε τη Παρασκευή 24/7/2020 το Μιχάλη Προκοπίου του Παναγιώτη και της Στρατηγούλας, ο οποίος απεβίωσε τη Πέμπτη 23/7/2020 σε ηλικία 90 ετών, ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία της υγείας του.
Γεννήθηκε στο Λισβόρι το 1930 όπου και έζησε όλα του τα χρόνια.

Άνθρωπος εργατικός, δημιουργικός, αγρότης στο επάγγελμα, με άποψη για τα εκτεινόμενα του τόπου μας.
Στο πρόσωπό του βρήκαν στήριξη και βοήθεια πολλοί συμπολίτες μας.
Νυμφεύθηκε τη Γεωργία Ζουπαντή, την οποία και έχασε το 2014.
Μαζί απέκτησαν μια κόρη την Ευστρατία, σύζυγό του τέως προέδρου της κοινότητάς μας
Δούκα Αλβανού.

ΑΙΩΝΙΑ ΑΥΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όπως μας μαρτυρεί η κόρη του Ευστρατία, ο Μιχάλης το τελευταίο χρονικό διάστημα, μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο, με εγκεφαλικά και σοβαρά προβλήματα υγείας.
Το τελευταίο δεκαήμερο πάλι στο νοσοκομείο σε βαθύ λήθαργο και τους γιατρούς να δηλώνουν ότι το μοιραίο έρχεται σύντομα.
Η Ευστρατία βγαίνοντας για λίγο στο διάδρομο, βλέπει απέναντι τον ιερέα που πήγαινε να κοινωνήσει έναν ασθενή.
Σκέφτηκε λοιπόν να καλέσει τον ιερέα και για τον πατέρα της,  ο οποίος σημειώνει, δεν είχε τις αισθήσεις του.
Τελικά πηγαίνει ο ιερέας, κοινωνεί το Μιχάλη, ο οποίος δέχθηκε τη Θ. Κοινωνία.
Σε ένα. τέταρτο ο Μιχάλης «ζωντανεύει». Άνοιξε τα μάτια του, μιλούσε κανονικά και επί μια βδομάδα σχεδόν επικοινωνούσε κανονικά τους γύρω του.
Είδα το θαύμα της Θείας Κοινωνίας με τα μάτια μου τονίζει η κόρη του.