Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011


Η απελευθέρωση της Λέσβου το 1912


Το φθινόπωρο του 1912 έφερε στη Λέσβο την άνοιξη. Έβλεπαν οι χριστιανοί ότι η μεγάλη στιγμή για την απελευθέρωση πλησιάζει. Πίστευαν στον καινούργιο κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον άνθρωπο που ήταν γιομάτος φως κι αξιοσύνη, ότι θα έκανε πραγματικότητα τον πόθο των Λεσβίων, για τη λύτρωσή τους από τη βάρβαρη τουρκική κατοχή. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 ο ηρωικός ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την πολυτραγουδισμένη από το λαό μας Θεσσαλονίκη.
Η Λέσβος ολόκληρη βρισκόταν σε έξαρση προετοιμασίας για τη μεγάλη ώρα που πλησίαζε.
Η Μήθυμνα ζούσε έντονα την προσμονή της μεγάλης στιγμής της απελευθέρωσης από την αξημέρωτη νύχτα της τουρκικής κατοχής. Ένας νεαρός ιχθυοπώλης από τη Μήθυμνα, ο Μιχάλης Σαβάδας, με το συνεταίρο του Μουσταφά Εφέντη, βρέθηκαν με τη βάρκα τους στο απέναντι από τη Μήθυμνα χωριό της Μ. Ασίας Μπαμπά-Καλέ. Ήταν οι πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1912.
Στον όρμο του Μπαμπά-Καλέ είχαν πέσει γουφάρια. Φόρτωσαν λοιπόν γουφάρια και σε λίγες ώρες τα έφεραν να τα πουλήσουν στη Μήθυμνα.
O μικρός Μιχάλης Σαβάδας είπε στους χωριανούς τους τι άκουσαν από τους τρομοκρατημένους Τούρκους ψαράδες του Μπαμπά-Καλέ. Ελληνικά καράβια με τον ατρόμητο «Αβέρωφ» γύριζαν μπροστά στον Ελλήσποντο κι ετοιμάζονταν να καταλάβουν τη Λέσβο.
Το νέο, πετώντας από στόμα σε στόμα, πήγε και στ' αφτιά του καϊμακάμη, ο οποίος διέταξε και συνέλαβαν το νεαρό Μιχάλη. Αρχισαν τις ανακρίσεις με ραβδισμούς. Ευτυχώς έτρεξε ο συνεταίρος του Μουσταφάς και τον γλίτωσε, λέγοντας στις αρχές ότι τα νέα τα άκουσαν από τις λιμενικές αρχές του Μπα-μπά Καλέ.
Σε λίγες μέρες, το πρωί της 8-11-1912 διαδόθηκε πάλι το μήνυμα της κίνησης του ελληνικού στόλου στα λεσβιακά νερά. Αυτή την είδηση την πήρε με τον τηλέγραφο ο διευθυντής του τηλεγραφείου Μήθυμνας Εμίν Εφέντης, που επικοινωνούσε με τις τουρκικές αρχές της Μυτιλήνης. Βρισκόμασταν στην αυγή της πολυπόθητης λευτεριάς. Μετά από λίγες ώρες ήλθε το μεγάλο, το πολυπόθητο μήνυμα. Η πόλη της Μυτιλήνης απελευθερώθηκε από τη σκοτεινή τουρκική κατοχή, με τα ελληνικά δοξασμένα καράβια, μ' αρχηγό το θωρηκτό Αβέρωφ.
Οργανώθηκαν επιτροπές στη Μυτιλήνη και στο Πλωμάρι και ρίχτηκαν στον αγώνα για γρήγορη επέμβαση του στόλου. Οι Λέσβιοι αγρυπνούσαν και περίμεναν τα τιμημένα ελληνικά καράβια, με τον άρχοντα του Αιγαίου «Αβέρωφ», να έρθουν και να σκορπίσουν την αξημέρωτη νύχτα της τουρκικής κατοχής, που τους καταπλάκωνε 450 ολόκληρα χρόνια. Η επιτροπή Πλωμαρίου κατόρθωσε να φθάσει με το δικό της καΐκι στο Μούδρο της Λήμνου, να συναντήσει το ναύαρχο Κουντουριώτη, τον αρχηγό του ελληνικού στόλου.
Του παρέδωσαν μάλιστα τα έγγραφα του μητροπολίτη Κύριλλου, των δημογερόντων Μυτιλήνης και Πλωμαρίου, που τον παρακαλούσαν να καταλάβει όσο πιο γρήγορα γινόταν το νησί.
Οι Πλωμαρίτες, εκτός την παράκληση, πίεσαν όσο μπόρεσαν τον Κουντουριώτη γι' αυτόν το σκοπό.
Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η κίνηση αυτή των Πλωμαριτών απέδωσε θετικά. Αποφασίστηκε να γίνει η κατάληψη της Λέσβου στις 8 Νοεμβρίου, λίγο πιο γρήγορα απ' ό,τι έλεγαν τα επιτελικά σχέδια του ελληνικού στρατού, λίγο πιο αργά από τις προσδοκίες των Μυτιληνιών. Στην πόλη της Μυτιλήνης, εκτός από την κρυφή ελληνική επιτροπή του αγώνα, συστήνεται μια μεικτή φιλειρηνική επιτροπή από χριστιανούς και μουσουλμάνους για την αποφυγή αιματοχυσίας στη Μυτιλήνη. Εκ μέρους των χριστιανών ο μητροπολίτης Κύριλλος, ο δήμαρχος Βασιλείου και άλλοι δημογέροντες και εκ μέρους των ιθαγενών Τούρκων της Μυτιλήνης ο μουφτής, ο Μπεκίρ μπέης και άλλοι αξιωματούχοι Τούρκοι της Μυτιλήνης. Οι εκπρόσωποι των δύο εθνοτήτων αποφάσισαν να σταθούν ψύχραιμοι σ' αυτές τις δύσκολες ώρες. Αυτή η επιτροπή ζήτησε από το βαλή, αν τυχόν και έρθουν τα ελληνικά πολεμικά για την παράδοση του νησιού, ν' απομακρύνει την τουρκική φρουρά από την πόλη, για ν' αποφευχθεί το αιματοκύλισμα.
O βαλής υποσχέθηκε ότι θα διατάξει την απομάκρυνση της φρουράς και δήλωσε πως θα κρατήσει το λόγο του. Μονάχα ο φρούραρχος, ταγματάρχης Αμπτούλ Γκανί, είχε αντιρρήσεις και άρχισε να οργανώνει όσο μπορούσε πιο γρήγορα τη φρουρά του. Ξημέρωσε η άγια μέρα της 8ης Νοεμβρίου 1912 και στις 7 ώρα το πρωί μπροστά στη Μυτιλήνη βρίσκεται ο ελληνικός στόλος: Τα θωρηκτά «Αβέρωφ», «Σπέτσαι», «Ύδρα», «Ψαρά», τα αντιτορπιλικά «Ιέραξ», «Νίκη», «Ασπίς», τα τορπιλοβόλα «12» και «14», το πλοίο εφοδιασμού «Κανάρης» και το επίτακτο «Πέλοψ». Αργότερα έφθασαν το «Καλουτάς», το «Ισμήνη», το εύδρομο «Αρκαδία» και άλλα βοηθητικά πολεμικά.
Οι Έλληνες της Μυτιλήνης ξεχύνονται στους δρόμους, πλησιάζουν τις ακρογιαλιές, στα Τσαμάκια, στο λιμάνι, στο Κιόσκι, κι ακούνε από την μπάντα του «Αβέρωφ» το εμβατήριο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά» και η καρδιά τους γεμίζει από ξέφρενη χαρά και μεγαλείο. Το παραλήρημα του πλήθους από ενθουσιασμό είναι αφάνταστα μεγάλο. Χαιρετίζουν την πολυπόθητη λευτεριά. Χιλιάδες ελληνικές σημαίες στόλισαν τα χριστιανικά σπίτια, τα δημόσια κτήρια, το δημοτικό κήπο και την προκυμαία.
Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και χαιρετιστήριοι πυροβολισμοί ακούγονταν από τα χριστιανικά παράθυρα και μπαλκόνια και ο κόσμος αγκαλιαζόταν και φιλιόταν με γνωστούς και άγνωστους, φωνάζοντας Χριστός ανέστη.
Εκείνη την ώρα οι τοπικοί άρχοντες, Τούρκοι και Έλληνες, συσκέπτονταν στην έδρα του βαλή για όσο το δυνατόν αναίμακτη διαδοχή της αρχής της Μυτιλήνης.
Από το θωρηκτό «Αβέρωφ» έρχεται μια ατμάκατος στο λιμάνι, προς το Κουμερκάκι, με λευκή σημαία στην πλώρη και με ελληνική στην πρύμνη. Όρθιος ο Βασίλειος Καραμούζος, αξιωματικός του Ελληνικού Ναυτικού και πρώην πλοίαρχος της Ατμοπλοίας Χατζή Δαούτ. O κόσμος τον γνώριζε και τον αγαπούσε. Στο αντίκρισμά του άκρατος ενθουσιασμός επικρατεί. O Καραμούζος κατευθύνεται στο Διοικητήριο και παραδίδει τελεσίγραφο του ναυάρχου Κουντουριώτη στο μουτεσαρίφη Εράμ Μπέη, για την παράδοση της πόλης εντός τριών ωρών. Αυτή την πρόταση τη δέχτηκαν όλοι, εκτός από το φρούραρχο Αμπντούλ Γκανί, που δήλωσε ότι θα αντιτάξει άμυνα μέσα στην πόλη. Ζωηρές υπήρξαν οι διαμαρτυρίες των αντιπροσώπων των δύο κοινοτήτων και των προξένων της Μυτιλήνης.
O βαλής ανέλαβε να βρει μια λύση και πρότεινε τα εξής:


1ο. Ζήτησε εικοσιτετράωρη προθεσμία, για να συνεννοηθεί με την κυβέρνησή του στην Κωνσταντινούπολη. Σ' αυτή την πρόταση συμφώνησε και ο φρούραρχος ταγματάρχης Αμπντούλ Γκανί ότι εάν διαταχθεί θα παρέδινε την πόλη χωρίς άμυνα.
2ο. Σε περίπτωση που δε θα γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση εκ μέρους του διοικητή του ελληνικού στόλου, να επιτραπεί τότε στον τουρκικό στρατό να περάσει στην αντίπερα Ανατολή με τον οπλισμό και με τα πολεμοφόδιά του. Η μεταφορά αυτή να γίνει από ένα ελληνικό μεταγωγικό πλοίο.
3ο. Σε περίπτωση που η πρόταση αυτή ήθελε απορριφθεί, τότε να επιτραπεί στον τουρκικό στρατό ν' αποχωρήσει στο εσωτερικό του νησιού, για ν' αντιτάξει την άμυνά του.

Στις 11 η ώρα επιτροπή από το Μητροπολίτη Κύριλλο, το βαλή Εκρέμ μπέη και τους προξένους των ξένων δυνάμεων, έφθασε στο θωρηκτό «Αβέρωφ» και έθεσε τις προτάσεις στο ναύαρχο Κουντουριώτη.
Από την πρώτη στιγμή απέρριψε τις δύο πρώτες προτάσεις, την τρίτη όμως τη δέχτηκε, για να μη συμβεί κακό στους κατοίκους της Μυτιλήνης. Τους δήλωσε ότι μπορεί ν' αποσυρθεί στο εσωτερικό του νησιού ο τουρκικός στρατός και να κάνει ό,τι θέλει για την άμυνά του.
Έδωσε ακόμα μία ώρα προθεσμία και στη 1:30 άρχισε η νικηφόρα αποβίβαση του ελληνικού στρατού σε διάφορα μέρη ταυτόχρονα. Στο λιμάνι, στην Πετρόσκαλα και στην Επάνω Σκάλα. Ύστερα από 450 χρόνια σκλαβιάς οι Μυτιληνιοί ζούσαν την όμορφη ώρα του λυτρωμού τους.
Το παραλήρημα του πλήθους ήταν αφάνταστα συγκινητικό. Η εφημερίδα «Σάλπιγξ» της 8 Νοεμβρίου 1912 γράφει: «Σήμερον περί την 6ην πρωινήν ώραν το θωρηκτό "Αβέρωφ" μετά πέντε αντιτορπιλικών και ενός υπερωκεανίου μεταγωγικού έφθασαν προ του λιμένος μας».
Η εφημερίδα «Λαϊκός Αγών» της 8 Νοεμβρίου 1912 γράφει: «O ένδοξος ελληνικός στρατός, το καμάρι μας, αποβιβάζεται εκ των πολεμικών μας πλοίων. Είναι ακριβώς μία και ημίσεια ώρα και οι πεζοναύτες και οι πεζοί στρατιώτες μας, με τον ωραίον οπλισμόν των μάνλιχερ και με όλας τας αποσκευάς των, επιβιβάζονται και στοιβάζονται εις τας φορτηγίδας και τας λέμβους, που πρόθυμα προσεφέρθησαν από τους Μυτιληνιούς ιδιοκτήτες».
Η εφημερίδα «Λέσβος» της 8 Νοεμβρίου 1912 γράφει: «Η αυγή ομοία ταύτης ποτέ άλλοτε δεν θ' ανατείλη, επρόβαινε εις τον ορίζοντα και ήρξαντο να διαλύουσαι τα βαθέα σκότη και το χλωμόν της φως, το ολοέν εντονώτερον καθιστάμενον. Από την Πετρόσκαλαν εχαιρετίσαμεν την εμφάνιση του ελληνικού στόλου. Στις μία και ημίσεια ώρα στην Πετρόσκαλαν απεβιβάσθη το πρώτο ελληνικό άγημα. Προηγούντο δύο μυδραλιοβόλα "μαξίμ" και έπετο το άγημα με μίαν πελώρια ελληνική σημαίαν. Ηγείτο δε αυτού ο κ. Καραμούζας, ο συμπαθής γνώριμος των νησιών του Αιγαίου και καλός φίλος μας.
Υπό την οδηγία του κ. Καραμούζου το άγημα ακολούθησε την παραλιακήν οδόν άγουσαν προς το Καστράκι και εκείθεν ανήλθεν προς το θέρετρο του Νομάρχου.
Πάραυτα το άγημα έκαμε κατοχήν του κυβερνητικού κτιρίου και επί του εξώστου αυτού, του βλέποντος προς την θάλασσαν, υψώθη υπερήφανος, ως εν εξαίσιον σύμβολον πολιτισμού και ελευθερίας, η σημαία του αιωνίου πεπρωμένου του Ελληνικού έθνους, χαιρετισθείσα υπό του στόλου δια είκοσι και ενός κανονιοβολισμών, υπό τας επευφημίας του πλήθους και τα δάκρυα του».
Η Ελληνική δύναμη κατοχής στις 8 Νοεμβρίου 1912 ήταν 1096 στρατιώτες του τάγματος Μανουσάκη και 300 πεζοναύτες του αγήματος Κ. Μελά, αδελφού του ήρωα Μακεδονομάχου Παύλου Μελά. Η απελευθέρωση της πόλης της Μυτιλήνης ήταν πια γεγονός, ήταν η ένδοξη μέρα, η 8 Νοεμβρίου 1912.
O διοικητής του αγήματος κατοχής Ταγματάρχης Μανουσάκης διορίζεται επίτροπος της Ελληνικής Κυβέρνησης. O ελληνικός στρατός κατέλαβε τα δεσπόζοντα υψώματα της πόλης.
O αρχηγός του στόλου του Αιγαίου Παύλος Κουντουριώτης απηύθυνε το πρώτο ελληνικό διάγγελμα.
Εν ονόματι της A.M. του Βασιλέως των Ελλήνων
ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Α'
Ημείς, ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, αρχηγός του στόλου του Αιγαίου, προς τους κατοίκους της Νήσου Μυτιλήνης Διακηρύσσομεν και διατάσσομεν.
1) Η Νήσος Μυτιλήνη μεθ' όλων των εν αυτή πόλεων, κωμών και συνοικισμών, μετά των λιμένων και των ακτών αυτής, κατελήφθη υφ' ημών και διατελεί από τούδε εις την κατοχήν μας.
2) Αι εν τη Νήσω Οθωμανικαί Αρχαί εκτός των υπαλλήλων τοπικής διοικήσεως καθαιρούνται, την εξουσίαν δε αυτών θα ασκή ο Διοικητής του τάγματος της κατοχής Ταγματάρχης Μανουσάκης, ον διορίζομεν επίτροπον ημών. Η νήσος κηρύσσεται ολόκληρος εις κατάστασιν πολιορκίας κατά τον ΔΞΘ Νόμον και τα εκτελεστικά αυτού Β. Διατάγματα, καθιδρύεται δε εν τη πόλει της Μυτιλήνης έκτακτον Στρατοδικείον αρμόδιον δι' όλην την νήσον.
3) O επίτροπος ημών έχει την εξουσίαν να χρησιμοποίηση διά την διοίκησιν τους ήδη υπάρχοντας Οθωμανούς υπαλλήλους δύναται όμως να αντικαθιστά αυτούς κατά τας ανάγκας και τα συμφέροντα της υπηρεσίας.
4) Αι υποθέσεις τοπικής φύσεως διεξάγωνται μέχρι νεωτέρας διαταγής ημών, όπως και μέχρι τούδε, και υπό των αυτών τοπικών υπαλλήλων, αλλά υπό την ανωτέραν εποπτείαν του ημετέρου Επιτρόπου, έχοντος το δικαίωμα να αντικαθιστά τους κακούς ή αμελείς.
5) Οι μέχρι τούδε ισχύοντες Νόμοι και τοπικά έθιμα θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται υπό των διαφόρων Αρχών και υπό την εποπτείαν του ημετέρου Επιτρόπου, έχοντος το δικαίωμα να λαμβάνη γνώσιν πάσης υποθέσεως και να διατάσση την προς αυτόν υποβολήν ημερησίων ή περιοδικών αναφορών.
6) Εγγυώμεθα τον απόλυτον σεβασμόν και απρόσβλητον διατήρησιν των ιδιωτικών δικαιωμάτων της ζωής, της θρησκευτικής και προσωπικής ελευθερίας, της τιμής, των οικογενειακών σχέσεων και της ιδιοκτησίας, εις πάντας τους κατοίκους της καταληφθείσης νήσου, αδιακρίτως φυλετικής καταγωγής ή θρησκεύματος, θεωρούντες αυτούς πάντας αδιακρίτως ίσους μεταξύ των ως προς τε τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις, ιδιαιτέραν δε εγγυώμεθα προστασίαν εις τα ιερά και ευαγή και φιλανθρωπικά καθιδρύματα, ων η περιουσία θα μείνει άθικτος και θα διοιχήται, όπως και μέχρι τούδε, άνευ παρεμβάσεως του ημετέρου Επιτρόπου.
7) Την προφύλαξιν των ως άνω δικαιωμάτων κατά παντός κινδύνου προσβολής αυτών αναθέτομεν εις τον ημέτερον Επίτροπον ενεργούντα την αστυνομίαν της νήσου δια του Στρατού
της κατοχής και έχοντα την εξουσίαν να εκδίδη αστυνομικάς διαταγάς οιουδήποτε περιεχομένου αλλά γενικάς δι' όλους τους κατοίκους και επιβαλλούσας ίσας υποχρεώσεις εις αυτούς αδιακρίτως φυλετικής καταγωγής ή θρησκεύματος.
8) Ρητώς απαγορεύομεν εις πάντας τους κατοίκους της Νήσου την οπλοφορίαν, υποχρεούνται δε πάντες εντός της υπό του ημετέρου Επιτρόπου ορισθησομένης προθεσμίας να παραδώσωσιν τα όπλα εις τον στρατόν της κατοχής. Προς εκτέλεσιν του αφοπλισμού επιτρέπομεν εις τον ημέτερον Επίτροπον να επιβάλλη τας αυστηροτέρας ποινάς και να λαμβάνη τα αυστηρότερα μέτρα, ακόμη και εναντίον ολοκλήρων χωρίων.
9) Οι κάτοικοι της καταληφθείσης Νήσου είναι υπόχρεοι να εξακολουθήσουν πληρώνοντες εις τους υπό του ημετέρου Επιτρόπου ορισθησομένους εισπράκτορας τους μέχρι τούδε υπό του Οθωμανικού Κράτους κανονισμένους φόρους και τέλη, όπως εξ αυτών πληρώνονται κατά κύριον λόγον τα έξοδα της καλής διοικήσεως της Νήσου.
Επίσης υποχρεούνται οι κάτοικοι και τα χωρία να καταβάλλουν και τας εκτάκτους εις είδος ή εις χρήμα εισφοράς, όσας ήθελε διάταξη ο ημέτερος Επίτροπος, όστις έχει και το δικαίωμα της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως έναντι αποζημιώσεως.
10) Καλούμεν πάντας τους κατοίκους της Νήσου να συνεχίσουν εν ειρήνη και τάξει τας ιδιωτικάς αυτών υποθέσεις, υπακούοντες εις τους Νόμους και εις τας διαταγάς του ημετέρου
Επιτρόπου, αποφεύγοντες δε πάσαν ενέργειαν δυναμένην να διαταράξη την δημοσίαν ασφάλειαν.
11) Πάσα πράξις ή απόπειρα πράξεως θέτουσα εις κίνδυνον την ασφάλειαν του Στρατού της κατοχής, του Στόλου ή και εν γένει τα συμφέροντα της Ελλάδος, θα δικάζεται στρατιωτικώς ως έγκλημα εσχάτης προδοσίας και θα τιμωρήται με θάνατον 24 ώρας μετά την απόφασιν.
Το βράδυ της 8 Νοεμβρίου 1912 ο στόλος ανεχώρησε για την απελευθέρωση της Χίου. Έμειναν λίγα καράβια στο νησί.
Στις 9 Νοεμβρίου έφθασε στην Πέτρα το τορπιλοβόλο «14» με πλοίαρχο τον Π. Αργυρόπουλο και διαβεβαίωσε τους Πετριάνους ότι θα παρέμενε εκεί το πλοίο, μέχρι να έλθει ο ελληνικός στρατός. O κόσμος ενθουσιάστηκε. Αλλά τη νύχτα το καράβι πήρε σήμα για ένταξή του σε νηοπομπή κι έφυγε σύμφωνα με τη διαταγή. Τότε επέστρεψαν οι Τούρκοι χωροφύλακες μαζί με φενταήδες (ατάκτους) και λεηλάτησαν την Πέτρα. Σκότωσαν τον Ελευθέριο Τατά, το δημογέροντα Φωτιάδη, δύο ακόμα Πετριανούς, τραυμάτισαν σοβαρά τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ν. Ελευθεριάδη και ξυλοκόπησαν πολλούς Πετριανούς.
Στις 10 Νοεμβρίου ελληνικά πλοία κατέλαβαν το Πλωμάρι, που στο μεταξύ είχε διώξει την τουρκική φρουρά.
Στις 12 Νοεμβρίου καταλύονται οι τουρκικές αρχές του Πολιχνίτου. Στις 15 Νοεμβρίου καταλύονται και στη Γέρα οι τουρκικές αρχές. Το νησί τώρα το κατέχουν δύο δυνάμεις. Το νοτιοανατολικό η Ελλάδα και το βορειοδυτικό ο τουρκικός στρατός, που είχε το στρατηγείο του στον Κλαπάδο.
Στη μεταβατική περίοδο του ενός μήνα, από τις 8 Νοεμβρίου έως τις 8 Δεκεμβρίου, που υπογράφτηκε το πρωτόκολλο παράδοσης του τουρκικού στρατού στο ύψωμα Πετσοφάς, μετά την πολύνεκρη μάχη, και απελευθερώθηκε ολόκληρη η Λέσβος, στην ύπαιθρο έγιναν τρομερά κακουργήματα από Τούρκους ατάκτους, με αρχηγό τους τον Κεμάλ αγά, πρώην αστυνομικό στην Καλλονή. Συνελάμβαναν χριστιανούς, τους ξυλοκοπούσαν άγρια και τους αποσπούσαν χρηματικά ποσά. Σκότωναν, ρήμαζαν χριστιανικά χωριά και ήταν ο τρόμος και ο φόβος από όπου περνούσαν.
Αυτή την περίοδο ο αγροτικός πληθυσμός την ονομάτισε τα «φόβια». Όμως τα γεγονότα βίας και η εγκληματικότητα θα ήταν πολλαπλάσια, εάν δεν επενέβαινε ο διοικητής του τουρκικού στρατού Αμπτούλ Γκανί, τίμιος στρατιωτικός. Καταδίκασε τη συμπεριφορά του Κεμάλ αγά και περιόρισε όσο μπόρεσε την απάνθρωπη δράση τους. Και από την πλευρά όμως των χριστιανών έγιναν άγρια εγκλήματα με τη δικαιολογία της άμυνάς τους, ενώ βαθύτερο κίνητρο στις πράξεις τους ήταν η εκδίκηση.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1912 το ελληνικό πολεμικό «Αρκαδία» εμφανίστηκε μπροστά στο λιμάνι της Μήθυμνας. Μέσα στο λιμάνι βρίσκονταν πολλά καΐκια χριστιανών και τούρκων. O διοικητής του «Αρκαδία», επειδή υποψιαζόταν πως αυτά τα καΐκια θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν οι Τούρκοι, για να μεταφέρουν ενισχύσεις από τη Μ. Ασία, έστειλε ένα σημαιοφόρο με μια βενζίνα με λευκή σημαία και ζήτησε από τις τουρκικές αρχές της Μήθυμνας να του παραδώσουν τα τιμόνια των καϊκιών του λιμανιού. Οι τουρκικές αρχές αρνήθηκαν.
Το «Αρκαδία» βομβάρδισε το λιμάνι, κατέστρεψε τα καΐκια, το Λιμεναρχείο, το Τελωνείο και το Υγειονομείο.
Κατατρόμαξαν οι Τούρκοι με την επιτυχία και ακρίβεια των ελληνικών βολών. Με την πρώτη βολή κόπηκε στα δύο ο ιστός του Λιμεναρχείου, όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία.
Τα άτακτα στοιχεία των Τούρκων, οι φενταήδες, μαζί με τους φανατικούς Τούρκους της Μήθυμνας επεχείρησαν να τη λεηλατήσουν. Στη Μήθυμνα όμως υπήρχαν δύο κέντρα, που κατεύθυναν εκείνες τις μέρες τα γεγονότα.
Από την τουρκική πλευρά η Λέσχη των Νεότουρκων, που είχαν τα γραφεία τους στο κτήριο του Μαλέργου, απέναντι από το μεγάλο λουτρό, και που αρχηγός τους ήταν ο Τζελάλ μπέης, ο ιδιοκτήτης του αρχοντικού, όπου στεγάζεται σήμερα ο Δήμος Μήθυμνας.
Από τη χριστιανική πλευρά το καφενείο του Δανιήλ, αυτό που έχει σήμερα ο Λάμπρος Χαβουτσιώτης. Στο ιδιαίτερο δωμάτιο του γίνονταν οι συναντήσεις και αρχηγός τους ήταν ο δικηγόρος Δημήτριος Σάββας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός βουλευτής στο τουρκικό κοινοβούλιο, γιατί οι Τούρκοι, με διάφορους εκλογικούς νόμους που μαγείρεψαν, κατόρθωσαν να μην εκλεγεί Χριστιανός βουλευτής, εκτός από τον πανέξυπνο Μηθυμναίο Δημήτριο Σάββα, που αποκαλούνταν «βόρεια αλώπηξ».
Τους φενταήδες υποκινούσαν οι Νεότουρκοι και ειδικά ο Τζελάλ μπέης.
Μέσα σ' αυτό το μίσος που επικρατούσε στη Μήθυμνα ξεπετάχτηκε ο καλόψυχος μουφτής της Μήθυμνας Νουχ εφέντης και οι δύο μετριοπαθείς Τούρκοι Μπέηδες και σε συνεργασία με το Δημήτριο Σάββα κατόρθωσαν ν' αποφύγει η Μήθυμνα τη λεηλασία.
Σε μια απόπειρα ενός Τούρκου να σκοτώσει το δήμαρχο Κωνσταντίνο Κέπετζη, ο μουφτής Νουχ εφέντης αγκάλιασε το δήμαρχο και τον γλίτωσε.
Επίσης ο Μουσταφάς εφέντης, λοχίας του τακτικού τουρκικού στρατού, με μια δυνατή κλοτσιά σ' ένα μαινόμενο άτακτο, που όρμησε να σκοτώσει με μαχαίρι το Δημήτριο Σάββα, κατόρθωσε να τον γλιτώσει.
Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν πάρθηκαν δύο πρωτοβουλίες από τη μετριοπαθή πτέρυγα των Τούρκων και χριστιανών, που πάσχιζαν να κρατήσουν τη Μήθυμνα μακριά από την αιματοχυσία στις δύσκολες αυτές ώρες.
O μουφτής Νουχ εφέντης, γνωστός του διοικητή του τούρκικου στρατού στο στρατόπεδο του Κλαπάδου, και ο Δημήτριος Σάββας, βουλευτής του τουρκικού κοινοβουλίου, άριστος γνώστης της τουρκικής γλώσσας, έγραψαν ένα γράμμα και παρακαλούσαν το διοικητή Γκανί μπέη ν' απομακρύνει τους φενταήδες από τη Μήθυμνα.
O Δημήτριος Σάββας αναλάμβανε εκ μέρους των Χριστιανών της Μήθυμνας να διαφυλάξει την ησυχία στο χωριό.
Το γράμμα το έστειλαν εμπιστευτικά με το Νικόλα Φριγγή, ένα πραγματικά άξιο παλικάρι, και το θρησκευόμενο Χουνσού. O μουφτής τους είπε ότι αυτό το γράμμα είναι θέλημα του Αλλάχ.
Οι απεσταλμένοι, όταν έφτασαν κοντά στη Λαφιώνα, με τα άσπρα μαντίλια τους, είδαν τα τουρκικά φυλάκια από μακριά. Τα καραούλια τους σταμάτησαν, τους έδεσαν τα μάτια και τους οδήγησαν στο στρατόπεδο στον Κλαπάδο, στο διοικητή τους Γκανί μπέη. Διάβασε εκείνος το γράμμα, διέταξε και τους έδωσαν συσσίτιο, τους κράτησαν μέχρι να σκοτεινιάσει και τους άφησαν να γυρίσουν στη Μήθυμνα.
O Γκανί μπέης τους είπε πηγαίνετε τα σεβάσματά μου στο μουφτή και στο φίλο μου Δημήτριο Σάββα και τούτο μονάχα πέστε τους. «Αλαχίν γκενί-γι-ολούρ» (του Θεού θα γίνει).
Πράγματι την άλλη μέρα εξαφανίστηκαν από τη Μήθυμνα οι φενταήδες.
Συγχρόνως μια επιτροπή από το Δημήτριο Σάββα και τους δύο μετριοπαθείς μπέηδες, επιβιβάστηκε σε μια βάρκα και συνάντησε τα ελληνικά πολεμικά πλοία στον όρμο της Πέτρας. Έδωσε έγγραφο της Δημογεροντίας της Μήθυμνας, στον επικεφαλής του στόλου πλοίαρχο Δαμιανό, όπου παρακαλούσαν την άμεση κατάληψη της Μήθυμνας από τον ελληνικό στόλο.
O πλοίαρχος Δαμιανός κατασυγκινημένος τους απάντησε. Αδυνατώ να κάνω κατοχή της Μήθυμνας, γιατί δεν έχω σχετική διαταγή από την Ελληνική κυβέρνηση.
Η επιτροπή γύρισε άπραχτη στη Μήθυμνα, αλλά οι αφηνιασμένοι Νεότουρκοι αποπειράθηκαν να τους συλλάβουν. Επενέβη όμως ο μουφτής Νούχ εφέντης και γλίτωσαν τη σύλληψη.
Στις 5 Δεκεμβρίου ήλθε στη Μήθυμνα ο Αμπντούλ Γκανί και σύστησε σε όλους ψυχραιμία και λογική σ' αυτές τις δύσκολες ώρες. O Αμπντούλ Γκανί επέστρεψε στο στρατόπεδο του στον Κλαπάδο, όπου στις 6 και 7 Δεκεμβρίου έγινε η ηρωική επίθεση του ελληνικού στρατού στα υψώματα «Τυραννίδι» και «Πετσοφάς», κοντά στο μοναστήρι του Λειμώνος.
Με την ακράτητη επίθεση του ελληνικού στρατού και με τον αδιάκοπο βομβαρδισμό των ελληνικών καραβιών από τον όρμο της Πέτρας, οι Τούρκοι υπέκυψαν και στις 8 Δεκεμβρίου στο ύψωμα «Πετσοφάς» υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης του τουρκικού στρατού.
Τους Λέσβιους Τούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες, αφού τους αφόπλισαν τους έστειλαν στα σπίτια τους.
Το βράδυ της 8 Δεκεμβρίου όλος ο τουρκικός στρατός μεταφέρθηκε στο λιμάνι της Μήθυμνας. Τους τραυματίες την ίδια βραδιά τους έστειλαν με καΐκια στην πατρίδα τους τη Μικρά Ασία.
Όλους τους άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες, σύνολο 1500, τους έστειλαν με ατμόπλοια στον Πειραιά ως αιχμάλωτους πολέμου.
Η Εφημερίδα «Εμπρός» Αθηνών του Δ. Καλαποθάκη με ημερομηνία 9-12-1912 γράφει: Τη νύκτα απεστάλη τηλεγράφημα προς το Υπουργείον των Ναυτικών, από τον αρχηγόν του Ευδρόμου «Μακεδονία» κύριον Τσουκαλάν εκ Πέτρας Λέσβου. Υπουργείον Ναυτικών.
Ταύτην την στιγμήν «χίλιοι επτακόσιοι αιχμάλωτοι Τούρκοι επιβιβάζονται εκ Μολύβου εις ελληνικά πλοία με κατεύθυνση προς Πειραιά. Αρχηγός Δαμιανός.
Εδώ γράφτηκε ο επίλογος μιας βάρβαρης σκλαβιάς 450 χρόνων, που έζησε και γνώρισε αυτός ο τόπος.
Μεγάλη κι ολόφωτη η μέρα της 8 Δεκεμβρίου 1912 και η πολυπόθητη λευτεριά στη Λέσβο ήταν πραγματικότητα. Λεύτεροι.
 
αναδημοσίευση από
http://agiassoslesvou.blogspot.com

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΚΑΠΝΑ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ






ΤΑ ΚΑΠΝΑ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ.

ΓΡΑΦΕΙ:  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΈΝΤΑΣ



Τώρα που απαγορεύτηκε παντελώς το κάπνισμα και προβλέπονται αυστηρές ποινές για τους παραβάτες , θυμήθηκα τα χρόνια τα παλιά και ειδικά τη δεκαετία του ‘ 30 τότε που η καλλιέργεια του καπνού ανθούσε στο χωριό μας. Θα προσπαθήσω λοιπόν να καταγράψω όσα έχουν παραμείνει ανεξίτηλα στη μνήμη μου για τα καπνά από τα χρόνια εκείνα.
Κάθε χρόνο λοιπόν αρχές Φλεβάρη αρχίζει η διαδικασία αυτή.
Και ξεκινάμε με τη σπορά.

Τους σπόρους του καπνού τπους έσπερναν σε «πρασιά» σε ειδικά διαμορφωμένο έδαφος, ώστε να γίνουν τα φυτά, με κοπριά χωνεμένη. Φυσικά λιπάσματα δεν υπήρχαν. Η φροντίδα των φυτών έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα για τη μεταφύτευσή τους, ήταν καθημερινή με πότισμα και ξεβοτάνισμα. Απαιτούσε πολύ προσοχή και κόπο, η σωστή διαμόρφωση του εδάφους και η φροντίδα των φυτών, έτσι ώστε να μη σαπίσουν και να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος.
Αυτό έκαναν σχεδόν όλοι οι καπνοπαραγωγοί μικροί και μεγάλοι. Ο Χαράλάμπος Αναγνώστου ήτανε ένας μεγάλος καπνοπαραγωγός και σ’ αυτόν οφείλω και τις εμπειρίες που σας καταγράφω.
Το φύτρωμα των μικρών φυτών είχε δυσκολίες αν και δεν υπήρχαν τότε ασθένειες. Οι γαιοσκώληκες μόνο όργωναν τα φυτώρια –πρασιές- και ξερίζωναν τα φυτά. Η καταπολέμησή τους γινόταν με χυμό που έπαιρναν από τη ρίζα του ασφοδέλου (σπουρδούλι). Έπαιρναν λοιπόν τη ρίζα του φυτού, την κοπάνιζαν σούρωναν το χυμό που έβγαινε με σουρωτήρι πάνινο και μ’ αυτό πότιζαν το φυτώριο. Έτσι απομάκρυναν τα σκουλήκια.
Όλες οι οικογένειες που θα ασχοληθούν με την καλλιέργεια του καπνού κάνουν πολλά όνειρα. Τα λεφτά ήτανε λίγα και τα είχανε ορισμένοι. Άλλοι πάλι δανείζονταν τοκογλυφικά σχεδόν πάντα και με την ελπίδα να κερδίσουν κάτι απ[ό τα καπνά και να καλυτερεύσουν τα οικονομικά τους σαν θα πουλούσαν στο τέλος το προϊόν των κόπων τους.
Τον Απρίλιο λοιπόν, σχεδόν μετά το Πάσχα, η ομάδα για το φύτεμα του καπνού «ο ταϊφάς», ξεκινούσε.
Τρεις τέσσερις άνδρες, πέντε, έξι γυναίκες, ένας μικρός για το πότισμα, το αφεντικό  με κάποιο αρχιεργάτη βοηθό και  ένα μουλάρι φορτωμένο με δυο ξύλινα βαρέλια με άνοιγμα στο πάνω μέρος και βρυσούλα (κάνουλα) στη μια από τις δυο επίπεδες επιφάνειες. Ένα άλλο ζώο συνήθως γαϊδούρι φορτωμένο με κασόνια για τα φυντάνια, χωνιά και τενεκέδες για το νερό, τσάπες και φυτευτήρια. Το φυτευτήρι είχε σχήμα κεφαλαίου Γ με τη μεγάλη του πλευρά να καταλήγει σε μύτη που είχε σιδερένιο κάλυμμα.
Όλοι του ταϊφά, άνδρες και γυναίκες, είχαν μαζί τους το μεσημεριανό τους φαγητό. Μια τασόπκα (τάπερ) με φασόλες τις πιο φορές, μια δυο σμαρίδες παστές, λίγες ελιές, ένα κρεμμύδι καμιά φορά κεφτεδάκια τα «πτάρια», γιαπρακέλια, λίγο γλυκό, τηγανίτες με αλεύρι ή κανένα σύκο ξερό και φυσικά το κουμάρι ή το παγούρι με το νερό.
Ξεκινούσα όλοι νωρίς το πρωί, μέσα στη φτώχεια τους, για το χωράφι. Πρώτα θα πήγαιναν στα φυτώρια που ήσαν συνήθως στην Καυκάρα από όπου θα ξεφύτρωναν τα φυντάνια. Τα έκαναν ματσάκια και τα έβαζαν στα κασόνια με τη σειρά κάνοντάς τα ντάνες - ντάνες. Έβγαζαν τόσα φυντάνια όσα υπολόγιζαν πως θα τους χρειάζονταν στο φύτεμα μέχρι το βραδύ.

Όταν ο ταϊφάς έφτανε στο χωράφι, πρώτα οι άνδρες άρχιζαν τη δουλειά. Ο ένας δίπλα στον άλλον σε παράταξη κατά μέτωπο, άνοιγαν αυλάκια τα επονομαζόμενα χαρίκια, από όπου και οι άνδρες πήραν την ονομασία γι’  ατή τη δουλειά  «χαρικτσίδις»
Προηγουμένως έπρεπε ν’  ανοίξουν μεγάλα αυλάκια, «σαλμάδις», μακρυά όσο και το μήκος του χωραφιού και σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων το ένα από το άλλο στο πλάτος του καπνοχώραφου.
Οι γυναίκες ήσαν με τις βράκες τι υφαντές και τα διάφορα σχέδια, με τα ρούσικα από πάνω και τις άσπρες μαντίλες στο κεφάλι, που δένονταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται μόνο τα μάτια για να μην βλέπει το πρόσωπό τους ο ήλιος και στα χέρια τα ειδικά γάντια με τα δάχτυλα απέξω για να δουλεύουν ελεύθερα.
Στο ένα χέρι τα φυντάνια του καπνού και στο άλλο το φυτευτήρι. Το αφεντικό τα ετοίμαζε αφού τα βουτούσε μέσα σε νερουλή λάσπη και ο μικρός τα έδινε στις γυναίκες. Ο αγωγιάτης, «ο μουλαράς» προηγουμένως είχε γεμίσει τα ξύλινα βαρέλια με νερό και ο «ποτιστής», ο μικρός συνήθως, πότιζε με το «σουβαρμά» πίσω από τις γυναίκες.
Η εργασία συνεχιζόταν με γρήγορο ρυθμό και επομένως ήταν και κουραστική. Το χωράφι έπρεπε να φυτευτεί το δυνατόν γρηγορότερα για να μικραίνει και το κόστος παραγωγής.
Το μεσημέρι στρωνόταν το υπαίθριο τραπέζι κάτω από τα υπάρχοντα δένδρα. Με πειράγματα και γέλια με τραγούδια από τους καλλίφωνους και με λοξές ματιές αν τύχαινε μέσα στο ταϊφά να υπάρχει και κανένα ερωτευμένο ζευγάρι, γευμάτιζαν φτωχικά μεν μα χαρούμενα. Είναι η ώρα της διαφορετικής νότας στη ρουτίνα της βασανιστικής εργασίας.

Αυτή η διαδικασία συνεχιζόταν όλο το διάστημα, μέχρι να τελειώσει το φύτεμα όλων των χωραφιών που είχαν προγραμματιστεί γι’  αυτό τοπ σκοπό από τον καπνοπαραγωγό.
Στην ίδια ρότα και οι μικρότεροι καλλιεργητές μόνο που τα εργατικά χέρια ήσαν της οικογένειάς τους.
Έχουμε φτάσει στο τέλος του Απρίλη και έχει τελειώσει και το πρώτο στάδιο στην καπνοκαλλιέργεια.
 Όταν τα φυντάνια μεγαλώσουν και βγουν έξω από τη «χαρικιά». αρχίζει το σκάψιμο. Γυναίκες με μικρά κοφτερά τσαπιά τα σκαλίζουν γύρω – γύρω βγάζοντας και τα χόρτα. Θα επακολουθήσει το δεύτερο τσάπισμα πιο βαθύ τώρα και ίσως χρειαστεί και το τρίτο.
Σαν τα φυτά θα έχουν μεγαλώσει αρκετά και φθάσουν το μισό μέτρο ή και πιο πολύ θα γίνει το τελευταίο σκάψιμο από άνδρες με κασμάδες. Θα χαλαστούν τα χαρίκια και θα εμφανιστούν οι σειρές του καπνού με απόσταση τόση μεταξύ τους όσο να χωρεί να περάσει κάποιος ανάμεσά τους.
Εδώ τελειώνει και το δεύτερο στάδιο, ενώ ο παραγωγός συνεχίζει να παρακολουθεί επισταμένως την εξέλιξη του φυτού.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τα τερτίπια του καιρού σχετικά με την εξέλιξη των καπνόφυτων.
Τα φυτά τώρα έχουν μεγαλώσει τώρα. Έχουν φτάσει το ένα μέτρο και περισσότερο με ένα και μοναδικό βλαστό και βγαίνουν τα φύλλα κατά μήκος του, από τη ρίζα μέχρι και την κορυφή. Αυτά θα ωριμάσουν σιγά – σιγά και θα αρχίσουν να κιτρινίζουν. Πρέπει να αρχίσει το μάζεμα.
Σ’ ένα χωράφι τώρα χωρίς δένδρα, επίπεδο και κοντά στο χωριό συνήθως ο παραγωγός θα κάνει τις παρακάτω εργασίες.
Θα φτιάξει ένα «τσαρντάκι» όπως λεγόταν από ροδοδάφνες και λυγαριές δεκαπέντε τετραγωνικά περίπου με δύο πόρτες και ένα παράθυρο, θα το ισοπεδώσει και θα είναι έτοιμο να δεχτεί τις εργάτριες.
Έξω από το τσαρδάκι θα φτιαχτεί ο «κρεμανταλάς». Δυο σειρές παλούκια – γύρω στο ενάμισι μέτρο περίπου απόσταση το ένα από το άλλο επάνω στα οποία καρφώνονται δυο σύρματα σ’ όλο το μήκος των σειρών και τα οποία στις άκρες στερεώνονται καλά στο έδαφος. Εκεί στο ειδικό ξηραντήρικρεμανταλά-  θα κρεμάσουν τις αρμάθες και τις ξηραίνουν με φυσικό τρόπο στον ήλιο και τον αέρα.
Εκεί κοντά φτιάχνονται ίσιες επιφάνειες μήκους τριάντα μέτρων περίπου ή ανάλογα με το μήκος του χωραφιού τα επονομαζόμενα «σεργιά».
Τώρα πλέον είναι έτοιμοι για να ξεκινήσει το μάζεμα των φύλλων του καπνού, το «κίρτισμα». Είμαστε στο τέλος του Ιουνίου.
Για να είναι εφικτή η συγκομιδή, χρειάζονταν τα φύλλα του καπνού να διατηρούν ορισμένη υγρασία. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, μόνο τη νύχτα μπορούσαν να το επιτύχουν αυτό. Έτσι λοιπόν, ξεκινούσαν από τα μεσάνυχτα, και άρχιζαν τη δουλειά μέσα στη νύχτα. Όλος ο κάμπος ένα πανηγύρι και κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί αμέριμνος. Όλοι στα χωράφια μάζευαν φύλλο -  φύλλο τον πολύτιμο καπνό, μέχρι να βγει ο ήλιος που μάραινε τα φύλλα και έτσι μετά τις 9 το πρωί αναγκάζονταν να σταματήσουν.
Εκεί αρχίζει το «κίρντισμα».
Κάθε γυναίκα πιάνει και μια σειρά από τις καπνουλιές κόβοντας από τα κάτω προς τα πάνω δυο, τρία ή και τέσσερα φύλλα καπνού. Τα φύλλα που έκοβαν τα έκαναν μάτσο και τον κρατούσαν στην αγκαλιά τους. Η σταδιακή ωρίμανση των φύλλων, επέβαλε το «κίρτισμα» (όπως έλεγαν τη συγκομιδή), να γίνεται και  σε τέσσερα ή και  πέντε «χέρια». Αυτό είναι το πρώτο χέρι.
Τώρα τα ματσάκια που έφτιαχναν οι γυναίκες είναι  οι επονομαζόμενες τάπες. Ένα παιδί συνήθως έπαιρνε τις τάπες από τις γυναίκες  και ο κεχαγιάς τις τοποθετούσε κατάλληλα μέσα στις κόφες.
Αυτή η εργασία όπως είπαμε κρατούσε μέχρι τη ανατολή του ήλιου γιατί μετά με τον ήλιο και τη ζέστη τα καπνόφυλλα μαραίνοντας και δεν έπρεπε να κοπούν.
Ανάλογα τώρα με τα άτομα του συνεργείου γέμιζαν τέσσερις ή και παραπάνω κόφες οι οποίες γέμιζαν και πάνω από τα χείλη φτιάχνοντας έτσι τρούλο από καπνόφυλλα.
Τώρα το συνεργείο παίρνει το δρόμο για το «τσαρδάκι» και οι γυναίκες αρχίζουν τη δουλειά τους. Η μια δίπλα στην άλλη. Τα φύλλα έπρεπε να ξεραθούν στον ήλιο κρεμασμένα από σχοινιά.
Δίπλα τους είχανε καλάμια τριών περίπου μέτρων μήκους το καθένα με ένα κομμάτι γερό σπάγγο στερεωμένο στις δυο άκρες.
Με μια μεταλλική βελόνα 20 με 30 εκατοστών μήκος και τρύπα στη μια της άκρη άρχιζε το «βελόνιασμα», το τρύπημα των φύλλων. Τούτα έπρεπε να τρυπηθούν στο κεντρικό τους νεύρο και προς το επάνω μέρος. Τούτη η δουλειά γινότανε γρήγορα και με ένα ιδιότυπο συναγωνισμό ανάμεσα στις γυναίκες.
Η βελόνα κρατιόταν με το αριστερό χέρι στην αριστερή μασχάλη  και με το άλλο κρατώντας τα ματσάκια περνούσαν πάνω της τα φύλλα. Όταν γέμιζε η βελόνα, την άδειαζαν στο σπάγγο του καλαμιού μέχρι να γεμίσει όλο. Τούτη η εργασία συνεχιζόταν μέχρι να αδειάσουν όλες οι κόφες, των οποίων το άδειασμα συνέπιπτε και με το τέλος της ημέρας. Αφού τελείωναν και τρώγανε, είχαν ελάχιστες ώρες ύπνου μέχρι να χρειαστεί να σηκωθούν πάλι από τα μεσάνυχτα και να πάνε και πάλι στο χωράφι για να συνεχιστεί η ίδια εργασία..
Τώρα η κάθε γυναίκα έπρεπε να κουβαλήσει τις καπνόβεργες, όπως λέγανε τα γεμάτα με φύλλα καλάμια, στον «κρεμανταλά». Σημειώνουμε ότι συνήθως υπήρχαν τρεις με τέσσερις κρεμανταλάδες. Το αφεντικό ή κάποιος ‘άλλος κρεμούσε εδώ τις καπνόβεργες όπου θα έμεναν μια περίπου εβδομάδα. Ύστερα τα ξεκρέμαζαν και τα άπλωναν στα «σιργιά» για να ξεραθούν καλά.
Δεν έπρεπε να υπάρχει πουθενά στο φύλλο, πράσινο, χλωρό μέρος. Γι’  αυτό εδώ στα σιργιά γύριζαν τις καπνόβεργες και από τις δυο μεριές. Αυτό γινόταν συνήθως το πρωί. Όταν θα έχουν ξεραθεί καλά τα μάζευαν και τα πήγαιναν για το πάτημα, όπου θα πιεστούν για μπαλάρισμα σε ειδική μηχανή.
Τούτη η εργασία συνεχιζόταν όλο τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και το μισό σχεδόν Σεπτέμβρη από τις τρεις τα ξημερώματα μέχρι και τις εφτά το βράδυ. Ο καπνοπαραγωγός, αν είναι και μεγαλοπαραγωγός τα παίρνει όλα τα χωράφια με τη σειρά, ώσπου να τελειώσει το πρώτο χέρι, ξαναπιάνουν από την αρχή για το δεύτερο χέρι, ξανά για το τρίτο, το τέταρτο κ.λ.π. κόβοντας δυο τρία φύλλα από την καπνουλιά κάθε φορά. Να σημειώσουμε ότι τα καλλίτερης ποιότητας καπνόφυλλα είναι τα μεσαία  Τα πρώτα και τα τελευταία είναι δεύτερης ποιότητας. Και αυτό λαμβάνεται υπ’  όψη μέχρι το τέλος., στο κίρντισμα, στο βελόνιασμα, στο ξέραμα, αφού υπάρχουν και οι διαφορετικές τιμέ

Τώρα μέσα σε κλειστό χώρο, ένα δωμάτιο συνήθως υπόγειο γίνεται η δραματοποίηση του καπνού. Τα φύλλα έβγαιναν από τα ράμματα και στοιβάζονταν ένα - ένα σε ματσάκια που τα συσκεύαζαν σε σφιχτοδεμένα δέματα. Τότε γινόταν και η διαλογή των φύλλων, ώστε να βγουν τα ακατάλληλα φύλλα από την τελική σοδειά και να επιτευχθεί η άριστη ποιότητ

Όταν θα τελειώσει το γέμισμα και το πάτημα, θα αφαιρεθεί η κινητή πλευρά της κάσας και το δέμα ελευθερώνεται τυλιγμένο τώρα από τις τέσσερις πλευρές με τη λινάτσα. Οι δυο πλευρές, πάνω και κάτω παραμένουν ελεύθερες. Το βάρος του δέματος κυμαίνεται από 30 έως 60 οκάδες. Αυτό τοποθετούνται σε κλειστό και χωρίς υγρασία μέρος και φυλάσσονται μέχρι να έρθει η μέρα για να πωληθούν.
Μέσα στο Σεπτέμβριο και αργότερα φθάνουν στο χωριό οι καπνέμποροι και οιο μεσάζοντες των εμπόρων των τσιγάρων. Η τιμή είναι άγνωστη. Ζητάνε οιο καπνοπαραγωγοί π[άνω – κάτω την περσινή τιμή μα κι αυτό δεν είναι σίγουρο. Γινόταν πιο μπροστά από όλους τους παραγωγούς του Λιοσβορίου μια υποτυπώδης συμφωνία και κατόπιν και με τους άλλους παραγωγούς του Πολιχνίτου, της Βρίσας και των Βασιλικών  ώστε να διαμορφωθεί μια τιμή. Οι μάγκες όμως της εμπορίας κατάφερναν να σπάσουν αυτή τη συμφωνία δίνοντας μια καλλίτερη τιμή σε κάποιο μεγαλοπαραγωγό και στη συνέχεια έριχναν  τα καπνά σε χαμηλότερες τιμές.
Υπήρχε όμως και άλλο πιο βρώμικο παιχνίδι.
Οι έμποροι άνοιγαν λίγο  ένα - ένα τα προς πώληση δέματα και μόλις έβρισκαν μέσα κανένα λίγο μαραμένο φύλλο ή πιο σκούρο από τα άλλα ακόμα αν έβρισκαν φύλλα ανακατωμένα του πρώτου χεριού μα άλλα κιρτίσματα, αφαιρούσαν αυθαίρετα  από το βάρος του δεματιού όσες οκάδες σήκωνε η ψυχή τους. Τελικά από τις χίλιες οκάδες που μπορούσε να έχει ο καπνοπαραγωγός πληρωνότανε μόνο τις οχτακόσες και λιγότερο. Τα λεφτά θα τα έπαιρναν αργότερα, κοντά στα Χριστούγεννα και μ’ αυτά θα έπρεπε να πληρωθούν πρώτα τα δάνεια υπήρχαν και μετά να τακτοποιηθούν και οι διάφορες μεγάλες και σοβαρές ανάγκες του παραγωγού. Να σκεφτείτε ότι ο άνθρωπος αυτός επτά ολόκληρους μήνες ζούσε με δάνεια και με τα λίγα περισσεύματα από τα αλλά προϊόντα του.
Πολύς κόπος, μεγάλη φασαρία όπως καταλαβαίνεται από όλη την καταγραφή με ελάχιστη απολαβή. Πόσες φορές πέρναγε το ίδιο φύλλο από τα χέρια του αγρότη μέχρι να καταλήξει συσκευασμένο στο δέμα; Πόσο κόπο κατέβαλλαν οι αγρότες για να καταλήξουν με τη σοδειά του καπνού στην αποθήκη τους; Πόσες ώρες πάλευαν με τον καιρό, την εξάντληση, την αϋπνία, τη δίψα και την πείνα στο χωράφι; Πόσο πόνο υπέφεραν από τη σωματική καταπόνηση; Κανείς που δεν το έζησε δεν μπορεί να το κατανοήσει πλήρως.
Και όμως συνεχιζόταν αυτή η παραγωγή όλη τη δεκαετία του ’30 γιατί από κει περίμεναν να περισσέψει καμιά δραχμή για να ζήσουν, να φτιάξουν το σπιτικό του κοριτσιού τους αφού δεν θα μπορούσαν να το παντρέψουν δίχως σπίτι και να δουν και ότι άλλο προγραμμάτιζαν.
Φυσικά δεν υπήρχε τότε καμιά μέριμνα από την πολιτεία για συντάξεις για περίθαλψη ή κάτι παρόμοιο.
Σήμερα πολλά από αυτά διορθωθήκαν μα άρχισαν σε πολλούς τομείς και να χειροτερεύουν τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι όμως η ώρα για τέτοιες καταγραφές αφού άλλο το θέμα μας.

Ο καλλίτερος λαός, δηλαδή είναι οι γεωργοί αφού μ’ αυτούς μπορούμε να φτιάξουμε και καλλίτερη δημοκρατία εκεί όπου το πλήθους ζει από τη καλλιέργεια της γης ή τη βοσκή των ποιμνίων.

























ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ


Ο ΓAΜΟΣ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ


«ΛΙΣΒΟΡΙΑΝΟΣ ΓΑΜΟΣ».


Με τούτη τη φράση θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την αναφορά μας στα ήθη και τα έθη που αφορούν και έχουν σχέση με το ΓΑΜΟ στο Λισβόρι.
Μεγάλος στην ηλικία Λισβοριανός που πέρασε και γνώρισε πολλά, μας είπε πως παλαιότερα όταν κάπου γινόταν ένας πλούσιος και χλιδάτος, με πολλά γλέντια, φαγητά και χορούς γάμος, λέγανε πως έγινε «Λισβοριανός γάμος».
Αυτό σημαίνει πως ο γάμος στο Λισβόρι από πολύ παλιά, πέρα βέβαια από Μυστήριο που όλοι το προσέγγιζαν και το τιμούσαν με περισσή ευλάβεια ήτανε και ένα κοσμικό γεγονός με αρκετά μεγάλο βεληνεκές όχι μόνο για την κοινωνία του χωριού αλλά και της ευρύτερης περιοχής.
Ένα δρώμενο που εμπλέκει όλο το χωριό και που ξεκινούσε με τη γνωριμία – αρραβώνα, για να καταλήξει στο «Χορό του Ησαΐα», μέσα στον «Άγιο Γιάννη» και πιο παλιά ακόμα στα σπίτι και να συνεχιστεί για αρκετές μέρες μετά αλλά και για μια ολόκληρη ζωή.
Βέβαια δεν παραβλέπουμε πως τα χρόνια εκείνα κυριαρχούσε ο γάμος «επιχείρηση» Το παζάρεμα ανάλογα με το τι έχει η νύφη κυρίως, αλλά και ο γαμπρός, «αν η νύφη κρατούσε από μεγάλο τζάκι», αφού ουσιαστικά επιδιωκόταν η ένωση δύο περιουσιών και ήτανε ψεγάδι ένας πλούσιος γαμπρός να πάρει μια φτωχιά νύφη ή και το αντίθετο.
Ο γάμος «εξ έρωτος», (στον οποίο δεν εξεταζόταν τα περιουσιακά στοιχεία), έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Κατά κανόνα δε λογαριάζεται η γνώμη και τα αισθήματα των « προς Γάμου κοινωνίαν», των παιδιών, αλλά η γνώμη των γονέων και κυρίως του πατέρα. Από δε τη γνώμη και τις απόψεις αυτών για χωράφια, λεφτά και περιουσίες εξαρτιόταν και ο γάμος των παιδιών τους.
Τέλος έχουμε και «το νοσοκομειακό γάμο», (που γινόταν ανάμεσα σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, - υπάρχουν περιπτώσεις σε διαφορά ηλικίας ακόμα και είκοσι χρόνων - οπότε φροντίζει η γυναίκα, νοσοκόμα, τον άνδρα).
Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, αφού κατά πρώτο λόγο, το αποφάσιζε ο άνδρας και επιθυμούσε το γάμο, το λόγο είχαν οι προξενήτρες - προξενητάδες μια και οι προγαμιαίες σχέσεις ανάμεσα στους άμεσα ενδιαφερομένους όχι μόνο ήταν κάτι το απαγορευμένο και δεν επιτρεπόταν, αλλά και όταν αυτές υπήρχαν, και υπήρχαν όπως είναι φυσικό, αλλά εν απολύτω σιωπή και ιεροκρυφίως.. Αν μαθαινόταν κάτι τέτοιο, στο χωριό γινόταν μεγάλο σούσουρο. Στις γειτονιές και στα νυχτέρια δεν είχανε άλλη από αυτή τη συζήτηση και η κάθε μια έλεγε το μακρύ της και το κοντό της. Η κοπέλα κυρίως, στιγματιζόταν και τη χαρακτήριζαν με μπόλικα όχι και τόσο ευπρεπή επίθετα
Τότε έρχεται «ο από μηχανής θεός» για να δώσει τη λύση. Οι δύο νέοι άμεσα έπρεπε να κανονίσουν τα του αρραβώνα και τα του γάμου τους.. Διαφορετικά η κατάσταση διαμορφωνόταν πολύ προβληματική ιδίως για την κοπέλα και την οικογένειά της. Και όχι μόνο προβληματική, αλλά είχε και άμεσες συνέπειες για την αποκατάστασή της, αφού «βγήκε το όνομά της», και κανένας δεν θα ήθελε να πάρει μια γυναίκα «που ακούστηκε» με άλλον. Εδώ βέβαια επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό και οι συμβουλές που έδιναν οι γονείς και οι συγγενείς στο νέο και η γενικότερη νοοτροπία που καθόριζε την απόφαση του για την εκλογή του συζύγου. Έτσι λοιπόν, ενώ ο άνδρας θεωρούταν έξυπνος και «άνδρας» αν είχε πολλές «γιαβουκλούδις» - ήταν ένα συν γι’ αυτόν –, αν η γυναίκα είχε κάποια σχέση πριν από το γάμο, ήτανε ψεγάδι και δεν την προτιμούσαν για νύφη.
Λένε στο χωριό για μια δασκάλα που έκανε μάθημα στα παιδιά μιας οικογένειας. Οι γονείς των παιδιών χώρισαν για άλλους δικούς τους λόγους, κάποιοι όμως συκοφάντησαν τη δασκάλα, που ήταν εξαίρετος άνθρωπος, και χαρακτήρας και έτσι δεν μπόρεσε ποτέ να παντρευτεί.
Κάποια γνωριμία ή καλύτερα κάποιο πλησίασμα ανάμεσα στους νέους γινότανε με τις διάφορες εκδηλώσεις στο χωριό με επίκεντρο βέβαια την εκκλησιαστική ζωή. Για παράδειγμα σε πανηγύρια, σε γάμους και σε άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις έβλεπαν (από μακριά πάντα) ο ένας τον άλλον και πλεκόταν το ειδύλλιο. Ακόμα και η βόλτα – νυφοπάζαρο – που γινότανε στην είσοδο του χωριού (γίνεται ακόμα και σήμερα στο ίδιο μέρος), και στην αυλή της Εκκλησίας ή και στα ξωκκλήσια, σε γιορτές και πανηγύρια, οι νέοι αντάλλασσαν ματιές, χαμόγελα και γνεψίματα, στα κρυφά. Αν τύχαινε να είναι περίοδος του Πάσχα, ο νέος που είχε πάρει κάποιο μεγαλύτερο θάρρος έστω και από ένα χαμόγελο, έστελνε στην κοπέλα με ένα μικρό παιδί, για να μην μαθευτεί, το μαντήλι του με κόκκινα αυγά και αυτό αποτελούσε εκδήλωση της αγάπης του. Αν η κοπέλα συμφωνούσε ανταπέδιδε το δώρο.
Γινόντουσαν και οι περίφημες καντάδες τη νύχτα στα σκοτεινά κάτω απ’ το παράθυρο της κοπέλας με όμορφα ερωτικά τραγούδια.



Όμορφο τριαντάφυλλο και κεμερζί βαμμένο
Πολλές αγάπες έκανα, μα μ’ έχεις σκλαβωμένο.

Κρυφά ’χω την αγάπη σου και δεν το φανερώνω
Να μην γνωρίζει άνθρωπος, με τι μεράκι λιώνω.

Κυπαρισσάκι μ’ αψηλό με το σταυρό στη μέση
Όποιος λέ’ δε σ’ αγαπώ η γλώσσα του να πέσει.

Όχου γλυκά που σ’ αγαπώ σαν το νερό που τρέχει
Σαν το Γιορδάνη ποταμό που στερεμό δεν έχει.

Γι’ ήλιους τσι του φιγγαράκ’ συμφουνήσανι τα δυο
Τσι σου χαρίσανι μικρόμ’ τσι τα’ χάρις πούχιν τσι τα δυο.


Μαλαματένι μου σταυρέ βιλούδο θα σε ντύσω
Να συ φουρώ στο στήθος μου να μη σε λησμονήσω.

-Γιατί καρδιά μου αγκομαχείς, γιατί βαριοστενάζεις,
Βαρύ γουμάρι δε κρατείς, βουνά δεν ανεβαίνεις;

-Κάλλιο να ’νέβαινα βουνό να σήκουνα γουμάρι,
Παρά τα μάτια π’ αγαπώ άλλους να μου τα πάρει.

Ανάμισα στα φρύδια σου, είνι μπαχτσές μι τ’ άνθη,
Και μπήκα και σεργιάνισα κι ο λογισμός μου εχάθη.

Να σ’ αγαπώ είν’ όνειρο, να σ’ αρνηθώ λυπούμαι,
Να σ’ απολάψου δε μπουρώ γι’ αυτό παραπουνούμαι.


Στην περίπτωση αυτή που είχε αναπτυχθεί κάποιος συναισθηματικός δεσμός, οι προξενήτρες στέλνονται τυπικά για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, να πάρουν τη συγκατάθεση των γονιών και να ακολουθήσουν οι αρραβώνες. Αν όμως τα κριτήρια και τα κίνητρα για το γάμο ήταν διαφορετικά (κυρίως οικονομικά) και δεν υπήρχε κανένας δεσμός συναισθηματικός ανάμεσα στους δύο νέους, οι προξενήτρες έπαιζαν ρόλο πρωταρχικό.



ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ
ΤΑ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΑ

Όταν έκλεινε τη συμφωνία στο σπίτι της νύφης ο προξενητής ή η προξενήτρα. Ο πατέρας δήλωνε ότι είχε να δώσει στην κόρη του για προίκα. Κάποιες φορές μάλιστα τα σημείωναν σε ένα πρόχειρο χαρτί κι αφού πλέον ο γαμπρός προχωρούσε στον αρραβώνα μαζεύονταν οι συμπέθεροι και τα αδέλφια για να κλείσει επίσημα πλέον η συμφωνία με τη σύνταξη του προικοσύμφωνου. Στις πιο ευκατάστατες οικογένειες για τη συγγραφή και την εγκυρότητα του προικοσύμφωνου συμμετείχε ο νοτάριος δηλαδή ο συμβολαιογράφος.
Τα προικοσύμφωνα ξεκινούσαν πάντα με την επίκληση της Αγίας Τριάδας. Σε πολλά απ’ αυτά στο πάνω μέρος σχεδίαζαν το σταυρό με το Ιησούς Χριστός Νικά. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η μελέτη τέτοιων προικοσυμφώνων για συγκεκομμένο τόπο από την οποία ο μελετητής μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ανθρώπων στη συγκεκριμένη εποχή. Τα προικοσύμφωνα είναι κείμενα λαϊκά ανορθόγραφα γραμμένα και ασύνταχτα, όπου κυριαρχεί το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου και δίνουν πάμπολλες πληροφορίες για την οικιακή οικονομία, την ενδυμασία, την κτηματική ορολογία κλπ.
Όλα τα προικοσύμφωνα τελειώνουν με την ευχή των γονέων και τις υπογραφές τους, που όμως επειδή πολλοί ήταν αγράμματοι υπέγραφαν και κάποιοι μάρτυρες. Σε περίπτωση που ο αρραβώνας διαλυόταν τότε ο νοτάριος συνέτασσε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο ακυρωνόταν το προικοσύμφωνο. Όταν υπογραφόταν το προικοσύμφωνο ακολουθούσε σε στενό οικογενειακό κύκλο τραπέζι και γλέντι.


(«ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ» ΤΕΥΧΟΣ 55 ΙΑΝ. – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2009 σελ. 19).


ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ


Μόλις λοιπόν η κοπέλα – κυρίως η κοπέλα μια και τις κόρες τις θεωρούσανε κατά κάποιο τρόπο βάρος που έπρεπε να βγει – έφτανε σε ηλικία γάμου οι γονείς άρχιζαν να σκέπτονται για την αποκατάστασή της. Εδώ αφού τα προσωπικά αισθήματα των παιδιών ήταν κάτι το απαγορευμένο τον πρώτο λόγο είχε η απόφαση του πατέρα αλλά και μιας δυναμικής μητέρας.
Πιάνουν δουλειά λοιπόν οι προξενητάδες. Ο προξενητής ή η προξενήτρα - πρόσωπο εμπιστοσύνης της οικογένειας που στέλνει το προξενιό – υπάρχουν βέβαια και οι γνωστές επαγγελματίες προξενήτρες – αναλαμβάνουν να μεταφέρουν την επιθυμία της μιας οικογένειας στην άλλη. Μαζί με την πρόταση θα δοθούν και οι πρώτες πληροφορίες για την προίκα, της νύφης κυρίως, σε μετρητά, σπίτια και κτήματα. Θα δώσει μια προθεσμία για να σκεφτεί το πράγμα η οικογένεια του γαμπρού και θα ξαναπεράσει για να πάρει την τελική απόφαση.
Παρόμοια τα πράγματα και στην περίπτωση που ο γαμπρός στέλνει προξενιό στη νύφη.
ΜΕΛΙ ΜΕ ΚΑΡΥΔΙΑ
Η προξενήτρα - ή ο προξενητής - έπαιρνε μαζί του κάτι γλυκό συνήθως ζάχαρη και καραμέλες για να γλυκαθεί και να πιάσει το προξενιό. Αυτά βέβαια τα γλυκά, αν και λείψανε οι προξενιές και οι προξενήτρες, διατηρούνται και στις ημέρες μας από τις πρώτες στιγμές που αρχίζουν τα «κοντέματα» τις μιας οικογένειας με την άλλη, για να γλυκαθούν οι στιγμές και να πάνε όλα κατ’ ευχήν και με γλύκα.
Ποτέ δεν ξεχνά βέβαια να μπει στο σπίτι με το δεξί πόδι.
Αν τώρα η απόφαση που θα πάρει η οικογένεια που της πήγε το προξενιό είναι αρνητική θα δοθούν τότε δικαιολογίες, πως δεν έχουμε ακόμα καιρό για γάμους, πως δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι, πως δεν έχουμε φέτος μαξούλια και άλλα παρόμοια.
- «Καλό τσι άξιου του παλκάρ, αλλά έν έχουμι τσιρό για γάμ»
ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ
Αν όμως από την πλευρά της νύφης συμφωνούσαν και ήθελαν το γαμπρό, έλεγαν το «ναι» αλλά ερχόταν και η απαραίτητη ώρα της συζήτησης για την προίκα. Η προξενήτρα από μέρος του γαμπρού διαπραγματευότανε τι θα δώσει ο πατέρας της νύφης «για να κλείσει η δουλειά». Για να παντρευτεί μια γυναίκα έπρεπε να έχει προίκα και ήτανε πολύ σπάνιο να αποκατασταθεί ένα κορίτσι χωρίς ή με λιγοστή προίκα και με μόνη προϋπόθεση τον έρωτα.
Η γυναίκα κατά τις τότε αντιλήψεις δεν ήταν εργαζόμενη, δεν είχε κάτι δικό της, δεν είχε τα δικά της χρήματα, πήγαινε στα χωράφια, ακόλουθος του άνδρα της, διαφέντευε το σπίτι και τα μωρά και παρόλα αυτά δεν λογαριαζόταν πως προσέφερε αρκετά στο σπίτι. Ήτανε λοιπόν φορτίο βαρύ για τον πατέρα ο οποίος απαραίτητα έπρεπε να το βγάλει τούτο από πάνω του. Έδινε λοιπόν την προίκα στον γαμπρό, που βέβαια την απαιτούσε η προξενήτρα, πριν καν προχωρήσει το πράγμα και πριν από οτιδήποτε άλλο, για να προχωρήσουν στον αρραβώνα. Και αν ο γαμπρός ήτανε παραπάνω έξυπνος και αρπαδόρος κοίταζε τι θα κερδίσει περισσότερο απ΄ το μέλλοντα πεθερό του. Μάλιστα όσα περισσότερα είχε ο πατέρας της νύφης τόσο περισσότερα απαιτούσε ο γαμπρός. Να πούμε πως κατά κανόνα και κατά τις τότε αντιλήψεις και τη θέση της γυναίκας στην τότε κοινωνία, μόνο η νύφη έπρεπε να δώσει ενώ ο γαμπρός και τίποτα να μην είχε δεν έπαιζε και κανένα ρόλο. Απαραίτητο να έχει σπίτι η νύφη αλλά και κατά δεύτερο λόγο ρουχισμό, οικιακά σκεύη, λιοκτήματα και ζώα. Ζητούσανε βέβαια και το απαραίτητο «μέτρημα», χρήματα μετρητά για να κλείσει η δουλειά και να δοθούν τα χέρια.
Κείνα τα χρόνια σε αρκετές περιπτώσεις στην προικοδοσία συνεισέφεραν και οι συγγενείς, κυρίως ο νουνός, αλλά και γείτονες και άτεκνες οικογένειες για να μεγαλώσει η προίκα και να «γίνει η δουλειά».
- Θα δώσω κι εγώ, έλεγαν, δυο ιλιές (δένδρα), ένα σ’νι (χάλκινο ταψί με χαμηλά χείλια), ένα μπακιρκό, δυο ζευγάρια σιντόνια…»…
Όλα αυτά είναι καταγραμμένα στα προικοσύμφωνα.
Ακόμα και σήμερα μέσα σε λιοκτήματα βρίσκονται δυο – τρία δένδρα που ανήκουν σε κάποιον άλλον. Είναι η προίκα που δόθηκε απ’ το νουνό ή άλλα συγγενικά πρόσωπα για να κλείσει όπως είπαμε η δουλειά και να μην χάσουν το γαμπρό.
ΕΔΩ ΘΑ ΚΕΡΑΣΤΟΥΜΕ
Τα προικοσύμφωνα συντάσσονταν τις παραμονές του γάμου συνήθως στο γραφείο της Εκκλησίας. Το συνέτασσε ο παπάς της ενορίας, σαν πρόσωπο εμπιστοσύνης, ή κάποιο άλλο γραμματιζούμενο πρόσωπο, με τους άμεσα ενδιαφερόμενους και τους απαραίτητους μάρτυρες, όπως γίνεται μια συμβολαιογραφική πράξη σήμερα. Μερικές φορές τύχαινε να χαλάσει ο γάμος τις παραμονές γιατί ο πατέρας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του γαμπρού. Έχουμε και περιπτώσεις που εκβιαστικά ο γαμπρός, τη τελευταία στιγμή μεγάλωνε τις απαιτήσεις του ζητώντας όλο και περισσότερα από τον πεθερό του, «απανουπρούτς», γιατί διαφορετικά δεν θα γινότανε ο γάμος.
Αφού λοιπόν πρώτα συμφωνούσαν για την προίκα – ο προξενητής από μέρους του γαμπρού και οι γονείς της νύφης- έκλεινε το παζάρεμα και ερχότανε η σειρά της επισημοποίησης με τα κεράσματα στα οποία βέβαια στην πρωτοκαθεδρία ήταν οι προξενητάδες.
Ο πατέρας της νύφης χαρούμενος που θα φύγει το βάρος της κόρης από πάνω του, έριχνε τρεις πιστολιές «μες του πκαρί» -το καπνοδόχο στο τζάκι που όλα τα σπίτια τότε διέθεταν- για να διώξει τα κακά πνεύματα. Έτσι μαθαινότανε και στο χωριό ο αρραβώνας, αφού όλες αυτές τις ημέρες, όλα τα πήγαινε – έλα και οι διαπραγματεύσεις γινόντουσαν στα κρυφά. Οι πιστολιές λοιπόν ήταν το ξαφνικό επισφράγισμα «της δουλειάς» και η επίσημη ανακοίνωσή της στο χωριό. Έτσι με την επάυριο καθώς οι χωριανοί έδιναν τα συχαρίκια στον πατέρα της νύφης και απορημένοι τον ρωτούσαν: «Βρε πότι γίντσι γη δλεια τσι δε πήραμι χαμπάρ»;, Εκείνος απαντούσε με καμάρι: «Τώρα απού μέρις ήνταν για να γέν αλλά να…χτες πια τα τιλειώσαμι»!
Αφού λοιπόν έριχνε τις πιστολιές ο πατέρας της κοπέλας, πήγαινε ο γαμπρός με τους πιο στενούς του συγγενείς για να «χαιρετήσουν» τον αρραβώνα όπου τους κέρναγε η νύφη μέλι που το είχε μέσα σε μια πιατέλα στολισμένο με μύγδαλα. Εκεί στο σπίτι της νύφης θα καθόντουσαν όλοι μαζί και θα έτρωγαν κάτι πρόχειρο μια και δεν υπήρχαν προετοιμασίες αφού υποτίθεται ότι όλα έγιναν ξαφνικά.
Το μέλι το έπαιρνε ο καθένας με το δικό του κουταλάκι απ’ την ίδια πιατέλα, έθιμο που διατηρείται και σήμερα, και το κουταλάκι το έβαζε στο ποτήρι του νερού απ’ το οποίο έπινε.
Την επομένη η νύφη με τη μητέρα της και τους συγγενείς της θα επισκεφθεί την πεθερά για να γνωριστεί και με τα σόγια του γαμπρού. Τα δώρα της νύφης στην πεθερά είναι η «πλατσέτα», μέλι, ψωμί και ένα «κμαρ» νερό. Από το μέλι αυτό η πεθερά θα κεράσει όποιον θα πάει να την επισκεφτεί και να την συγχαρεί. Με μέλι κερνάνε και στο σπίτι της νύφης τους επισκέπτες και όλοι εύχονται τα καθιερωμένα σ’ αυτές τις περιπτώσεις. « Όσου γλυκό είνι του μέλ’ τόσου γλυτσιά να είνι τσι γι αγάπ’ σας».
Την επίσκεψη αυτή της νύφης στα πεθερικά ανταπέδιδε και ο γαμπρός, πηγαίνοντας στο σπίτι της νύφης μια πανέρα με καλά ψάρια, ένα ψητό αρνί στολισμένο με χρυσή ζελατίνα, φόρεμα και άλλα δώρα για τη νύφη, «ρούσκου» στην πεθερά (είδος υφαντού πουκάμισου που έδενε μπροστά και πίσω ήτανε σουρωτό) και στον πεθερό υφαντό στην κρεβατή (αργαλειό) πουκάμισο. Έτσι ο γαμπρός άνοιγε το δρόμο για να μπορεί να επισκέπτεται οπότε ήθελε το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του. Κάθε φορά δε που πήγαινε φρόντιζε κα κρατά και τα ανάλογα δώρα και η γειτονιά που τώρα η αποκλειστική της δουλειά ήτανε να παρατηρεί, να ξουμπλιάζ», τα πήγαινε και τα έλα αποφαινόταν πως ο γαμπρός είναι καλός και κουβαλητής. Αυτό βέβαια είναι και το βασικό προτέρημα του γαμπρού.
Στο χωριό τα σχετικά με την προικοδοσία της νύφης μαθαινόντουσαν από τους προξενητάδες, τα σόγια του γαμπρού και τους συγγενείς. Όλοι γνώριζαν πόσα κιλά λάδι έταξε ο πατέρας της νύφης στο γαμπρό, πόσα δέντρα, πόσα κτήματα. Όλα τα μάθαινα και με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι και με όλες τούτες τις δημοσιοποιήσεις ό πατέρας της νύφης ήτανε πια και υποχρεωμένος να τηρήσει τις υποσχέσεις του αφού ένα ολόκληρο χωριό και τα περίχωρα ήσαν γνώστες των πραγμάτων.
Μια αρραβώνα δε που τα κίνητρα της ήτανε αποκλειστικά οικονομικά ήτανε και πολύ εύκολο να χαλάσει αν ο πατέρας της νύφης αθετούσε τους λόγους του και δεν έδινε όλα τα συμφωνημένα. Η δε κοινή γνώμη είναι με του γαμπρού το μέρος που με το δίκιο του «χάλασε τη δουλειά», αφού ο πεθερός δε στάθηκε στο λόγο του.
Παράλληλα δε με τις συμφωνίες για την προίκα αποφασιζόταν και η ημερομηνία της επίσημης μέρας του αρραβώνα, ο χρόνος που θα διαρκέσει, αλλά και η μέρα του γάμου και ο γαμπρός ανελάμβανε και τις δικές του ευθύνες στα θέματα αυτά. Πάντως το πιο συνηθισμένο είναι να κρατήσει αρκετά η περίοδος του αρραβώνα για να έχει τον καιρό η νύφη να ετοιμαστεί, αλλά και ο γαμπρός αν είχε ανύπαντρες αδελφές να φροντίσει και γι’ αυτές, να φροντίσει για την αποκατάστασή τους και μετά να παντρευτεί κι αυτός. Στην οικογένεια υπάρχει ένα αυστηρό τυπικό, μια σειρά απαράβατη και είναι πολύ υποτιμητικό να παντρευτεί πρώτα ο αδελφός και ν’ αφήσει πίσω του ανύπαντρες αδερφάδες. Ο αδελφός είναι υποχρεωμένος να φτιάξει σπίτι στις αδελφές του, αν ο πατέρας δε μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του. Υπάρχουν περιπτώσεις στο χωριό που ο αδελφός ξενιτεύεται για να μπορέσει να βρει κάποια χρήματα και να εξασφαλίσει σπίτια για τις αδελφές του. Πάντως για το χρόνο που θα κρατούσε ο αρραβώνας ήτανε προσυμφωνημένο. ¨Όμως παρά την άποψη ότι ένας μακρύς αρραβώνας δεν είναι υπέρ μιας σχέσης τις περισσότερες φορές κρατούσε αρκετό καιρό αφού αρκετά ήσαν και τα προβλήματα.



Προίκες και προικοσύμφωνα

Το κείμενο είναι του Γιώργου Αλβανού



Στη νεοελληνική οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας.0ι θυγατέρες προηγούνταν κι ακολουθούσαν τα παλικάρια, με τη σειρά τους κι αυτά. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη. Πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους.
Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα (1920) η φροντίδα για τον γάμο των παιδιών ήταν μέλημα και καθήκον των γονιών και μάλιστα του πατέρα. Αυτός έπρεπε να δώσει την τελική συγκατάθεση, « να γίνει η γνώμη του » , « να δώσει την ευχή του » .Το έθιμο αυτό στηριζόταν στο αίσθημα ευθύνης των γονιών να στεριώσουν κοινωνικά και οικονομικά τα παιδιά τους, που έφτιαχναν καινούργια οικογένεια ,και στην υποχρέωση, που εθιμικά αναλάβαιναν, να δώσουν σ’ αυτά ένα μέρος της περιουσίας τους, κινητής ή ακίνητης, με τη μορφή της προίκας.
Ο θεσμός της προικοδότησης των θυγατέρων είναι πανάρχαιος και από τα ομηρικά χρόνια φτάνει μέχρι την εποχή μας .Για αιώνες αμέτρητους από τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης (ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.) το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.
Η γυναίκα δεν εργαζόταν. Τα βάρη του γάμου τα σήκωνε αποκλειστικά και μόνο ο άντρας. Αυτός είχε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του , ανάλογα με την κοινωνική της θέση , και να μεγαλώνει , με ανάλογο τρόπο και πάλι , τα παιδιά του. Η προίκα της γυναίκας αποτελούσε τη συνεισφορά της στον οικογενειακό προϋπολογισμό και μια ελάφρυνση του συζύγου από τα οικονομικά βάρη της οικογένειας.
Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια ( 5ος αι. μ.Χ.) για τη σύσταση της προίκας συντάσσονταν προικώα έγγραφα. Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας .Τα έγγραφα αυτά ονομάζονταν προικοσύμφωνα (αλλού προικοχάρτια, αρραβωνοχάρτια κτλ.) και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Έλληνες. Η σύνταξή τους γινόταν πάντα με παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο. Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο. Η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη.
Περιλάμβανε είδη ρουχισμού , έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια), νομίσματα κ.ά.. Περιλάμβανε βέβαια και όλα τα ακίνητα ( σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιοκτήματα κτλ.),που περιγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια ( θέση, έκταση , γείτονες κτλ.). Ο σύζυγος είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της. :εν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή με άλλο τρόπο να παραχωρήσει κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και μόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος .Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, τότε ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.

http://www.vasilika-lesvos.gr/pdf/proikes.pdf



*Ο Γιώργος Αλβανός είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, συγγραφέας, διετέλεσε μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και Σχολικός Σύμβουλος. Έχει δημοσιεύσει πολλές λαογραφικές μελέτες.



Στη συνέχεια δημοσιεύουμε ένα Λισβοριανό προικοσύμφωνο του 1895, που το βρήκαμε στην τέως Κοινότητα Λισβορίου.


Το κείμενο στη διατύπωση και την ορθογραφία του είναι όπως και το πρωτότυπο.




Ένα προικοσύμφωνο του 1895


Ευρέθη στην κοινότητα Λισβορίου


Πράξις 1 / ΙΙροικοσύμφονον






Σήμερον την ενάτην του μηνός Ιανουαρίου του έτους 1895 ημέραν της εβδομάδος δευτέραν προσκληθείς ο υποφαινόμενο: εφημέριος του χωριού Λισβορίου εις την οικοίαν του Δημητρείου Ιωάννου Σακάτη όπου ήτον και ο Ευστράτιος Ιιωάννου Τσησούλη ήκουσα παρ' αυτόν εγώ τε και οι επίσης προς τούτα προσκλιθέντες και μετ' εμού συνεποφαινόμενοι αξιότιμοι τ’ ακό¬λουθα. Ο κύριος Δημήτρειος Ιωάννου Σακάτη έχον θηγατέρα εις ώραν γάμου ονόματι Στρατιγούλα θέλη να μνηστεύοη αυτήν με¬τά του Ευστρατίου Ιωάννου Χρησούλη και προσφέροι ως προίκα της θυγατρός του τα εξής εν πρώτοις την οικίαν ην περ θα εκτε¬λέσει πλησείον της οικίας ην περ κατοικώ θα εκτελεσθή δε οι οικία πέτρινη με κεραμύδια και με όλην την απαιτουμένην τάξιν. έπι¬πλα οικιακά μεσάλια, 50 κρεβατοστρόσια δύο αρματομένα, καρπέταις δύο, φορεσιαίς 10, δυσάκια 2, τροβάδες 3, σακούλαις 2. εν καζάνη, εν σινή, εν ταψή. τζεντερέδες 2. εν σεντούκη μίαν σεντούκα, δύο βητίναις, η μία μικρή, εν σαχάνη, κι εν λεγκέρη, της εξοχής κτήματα το εις κάπριν το Ντάμιον και το χωράφιον να εκτίνεται έως το δένδρον του Σπύρου Βουλέλη το προικισμένον μέρος. Το εις κατρακοίλαν το ήμιση τιθέμενον εις την αρέσκειαν του Γαμβρού, το εις Τιμινίτην ελαιώκτημα ολόκληρον πλησείον τη; Μειταξουτής Ευστρ. Λποστολέλη και Παναγιότου Λρμουτέλη δημοσίου δρόμου και Ευστατίου Πανσελίνου. το εις λιβάδια ολό¬κληρον πλησείον εις Μιταξουτήν Ευστρ. Αποστολέλη δημοσίου δρόμου και Αντωνίου Σταυράκη, μία προβατίνα, πέντε μιτζίτια αργυ¬ρά. Ο Ευστράτιος Ιωάννου Χρησούλη παραδέχεται την συμφονίαν ταύτην και υπόσχεται ότι μέχρι της εποχής του γάμου θέλη τιρείση τα καθήκοντα του καλού μνιστίρος και όταν λάβη την προίκαν θα έχη μεν αυτήν υπό την διαχίρισιν του αλλά θα φιλάτη ως ιεράν υπό την αναπαλοτρίωτον κυριότητα της μελούσης συζήγου του εξ αμοιβαίας συγκαταθέσεος οι γάμοι τελεσθήσονται μετά εξαμήνου.
Εάν το έτερον μέρος θελίση και αποφασίση να ακηρώση τον αρ¬ραβώνα οφείλη να πληρόση το έτερο πρόστιμον μετζίτια αργυρά εκατόν πεντήκοντα αριθ 150 οι προικοίζονταις υποχρεούνται να μεταβιβάσωσι προ της εποχής του γάμου τα κτήματα εις ένομα της μελονύμφου οι δε μνιστίρες αμφότεροι υπόσχονται ότη δια πάσαν είτε προτού γά¬μου, είτε μετά του γάμου «ου μη γένοιτο» αμφισβίτισης ή διαφοράν αφορόσα την δικαιοδοσίαν της Μητροπόλεως δικαζούσης κατά τα εκλησιαστικά νόμιμα και τα επιτόπια έθιμα επί πάση εγένετο το πα¬ρόν εις δειπλουν και αναγνοσθεις επι τον συμβαλομενον υπεγράφη παρ αυτού παρά των μαρτίρων και παρ' εμού και εδώθη ανά εν επ: τον Συμβαλομένων.

Τη 9 Ιουναρίου 1895


Εγώ ο Δημήτριος Ι. Σακάτη μετά της σχζίγου μου Λνεστασία επιβεβιούμεν τα άνοθεν και ος αγράματοι υπογραφόμεθα δια +. Ιωάννου Λναγνώστου ημής δε σταυροπιούμεν ++. Ευστράτιος Ι. Χρησούλη παραδέχομαι την συμφονίαν ταύτην και δια Χ.


Εγώ η Στρατηγού/Λ Δ. Ιοκίννου Σακάτη παραδέχομε τα άνοθεν και ος αγράματος κατά Ηπογράφομε δια χερός Χαράλαμπος Ευ. Βολέλη εγώ Σταυρό στο ++.


Οι Λημιγεροντίαις Εφημέριος


Στυλιανός Στάμου Παπα Ιωάννης


Ο ΑΡΑΒΩΝΑΣ


Ο αρραβώνας είναι αναπόσπαστο μέρος της όλης διαδικασίας του γάμου.
Η λέξη προέρχεται από το εβραϊκό ērābōn, που σημαίνει “ενέχυρο, εγγύηση” και εισήλθε στην Ελληνική κοινωνία -Ελληνική γλώσσα από τις εμπορικές σχέσεις με τους Φοίνικες. Παλιότερα ο αρραβώνας είχε σκοπό την  πνευματική αλληλογνωριμία του ζευγαριού. 


Οι επίσημοι αρραβώνες γίνονται 15 με 20 μέρες μετά την πρώτη προσέγγιση και συμφωνία των δυο οικογενειών και αφού βέβαια συμφωνήσουν σε όλα τα σχετικά με τις προίκες και επισημοποιηθούν τα συμφωνηθέντα με την υπογραφή του ανάλογου προικοσυμφώνου. Ορίζεται η επίσημη μέρα για την επίσημη τελετή του αρραβώνα, συνήθως γίνεται Κυριακή και ξεκινούν οι τελετουργικές διαδικασίες σύμφωνα με απαράβατο συνήθως τυπικό.
Στο καλοστολισμένο τώρα και καλοστρωμένο σπίτι της νύφης, διαφορετικά θα εισπράξει αρνητικά σχόλια,  καταφτάνουν συγγενείς, γείτονες και φίλοι για να μπουν οι βέρες (βιργέτις) και να γιορτάσουν όλοι μαζί το γεγονός.
 Το τραπέζι είναι στρωμένο με ένα λευκό, κολλαρισμένο  – χασιδένιου- , τραπεζομάντηλο και πάνω σ’ αυτό,  υπάρχουν μέσα σε καλαίσθητο δίσκο κουφέτα,  οι βέρες και παραδίπλα ένα εικόνισμα, εικόνισμα της Παναγίας ή του προστάτη Αγίου. Έρχεται και ο παπάς, διαβάζει μια ευχή, ψάλλονται τα απολυτίκια των αγίων των οποίων τα ονόματα φέρουν οι δυο νέοι και στη συνέχεια ένα μικρό κοριτσάκι του οποίου ζουν και οι δυο γονείς, σταυρώνει στο εικόνισμα τις βέρες και βάζει τις βέρες στο ζευγάρι αφού δώσει ένα γερό μπάτσο στο γαμπρό. Το χαστούκι είναι προειδοποιητικό για το γαμπρό,  για τις δυσκολίες του γάμου και για τα ζόρια του έγγαμου βίου, ώστε πονώντας αυτός τώρα να φροντίσει να μην πονέσει αργότερα τη νύφη.
Οι βέρες αποτελούν μία πολύ παλιά παράδοση και είναι ένδειξη αφοσίωσης του ενός προς τον άλλο ενώ το κυκλικό σχήμα τους συμβολίζει την αέναη αιώνια αγάπη. Στο εσωτερικό των βερών γράφεται το όνομα του καθενός στη βέρα του άλλου και η ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα. Τούτες παραμένουν στο αριστερό χέρι μέχρι την ημέρα του γάμου. Κατά την διάρκεια της τελετής του γάμου ο παπάς θα βάλει τη βέρες στο δεξί χέρι του γαμπρού και της νύφης όπου συνήθως παραμένουν.
ΤΟ ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΡΕΚΙ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ
Ακολουθεί το φαγοπότι. Στο τραπέζι τα απαραίτητα γιαπράκια, τα «πταρέλια», (κεφτεδάκια), ψητά κρέατα, κυρίως αρνιά και το απαραίτητο πατροπαράδοτο «κισκέτς».
Το κισκέτς είναι σιτάρι φουσκωμένο στο νερό, στεγνωμένο στον ήλιο, ξεφλουδισμένο στις ειδικές για τούτη τη δουλειά μυλόπετρες. Κατόπιν βράζεται σε μεγάλο μπακιρένιο και γανωμένο καζάνι σε φωτιά με ξύλα και μόλις πάρει τη βράση του και το ξαφρίσουν αρχίζουν να προσθέτουν σ’ αυτό ζουμί από τα κρέατα που βράζουν παραδίπλα σε άλλο καζάνι. Μέσα στο σιτάρι που βράζει πλέον με το ζουμί των κρεάτων δεν μπαίνει ούτε σταγόνα νερό γιατί θα ξινίσει. Αφού βράσει καλά το σιτάρι προσθέτονται και τα ξεκοκκαλιασμένα κρέατα και ανεμίζεται καλά όλο το μίγμα με ειδικά ξύλα μέχρι να γίνει «αλοιφή». Αυτό το παραδοσιακό φαγητό είναι ευρέως διαδεδομένο και σήμερα σε γάμους, σε πανηγύρια, βαπτίσεις και σε όλες τις επίσημες τελετές.
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΑΜΥΓΔΑΛΩΤΑ ΛΕΣΒΟΥ
Η νύφη έφτιαχνε και δώριζε για τον επίσημο αρραβώνα της ένα σνι ( μπακιρένιο και γανωμένο ταψί) μπακλαβού, με πολλά φύλλα, στην πεθερά, διάφορα άλλα δώρα για την πεθερά και τον πεθερό και μια μαξιλάρα στον γαμπρό. Στη μαξιλάρα αυτή θα κοιμάται από δω και πέρα ο γαμπρός για να τη βλέπει στον ύπνο του και να τη σκέφτεται συνεχώς.
Η ΜΠΑΚΛΑΒΟΥ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΗ
Με τη  μπακλαβού η πεθερά θα κεράσει συγγενείς και φίλους, γειτόνους και θα καυχηθεί πόσο προκομμένη είναι η νύφη της και τα συμπεθεριά της.
Τη μπακλαβού σήμερα συνοδεύει το τσουρέκι, γλυκά του κουταλιού, ποτά και λουλούδια.
Η πεθερά με τη σειρά της  κρέμαζε στο λαιμό της νύφης τα «κρεμασίδια». Χρυσά τούρκικα φλουριά, λίρες, πεντόλιρα και διάφορα άλλα χρυσαφικά. Χρυσαφικά έβαζαν στη νύφη επίσης ο  γαμπρός ο πεθερός, οι κουνιάδοι και οι κουνιάδες και άλλου στενοί συγγενείς.  Κάποια χρυσαφικά δίνονταν στο γαμπρό και απ΄ τη μεριά της νύφης. Στην περίπτωση που δε γινόταν ο γάμος τα χρυσαφικά επιστρέφονταν και απ’ τις δυο μεριές.
Αφού τελειώνανε και με την ανταλλαγή των δώρων άρχιζε το φαγοπότι και ο χορός με  τη μουσική που ερχότανε στο σπίτι.  Σε περίπτωση οικονομικής δυσχέρειας τη μουσική κάλυψη του γλεντιού ανελάμβαναν κοπέλες με το τραγούδι τους  παίζοντας «το ταψί». Τραγουδούσαν δηλαδή χτυπώντας ρυθμικά με το χέρι τους ή με κάποιο σκεύος ένα ταψί. Το χορό ανοίγουν πρώτοι ο γαμπρός με τη νύφη και κατόπιν οι συμπεθέροι που κάνουν και «του κόλμα», κολλώντας σαν πληρωμή,  στα μέτωπα των μουσικάντιδων χαρτονομίσματα, για να παίζουν κι αυτοί με όρεξη και με κέφι. Τα τραγούδια είναι γνωστά παραδοσιακά γαμήλια, κληρονομημένα από την ντόπια παράδοση αλλά και αυτοσχέδιες εκείνης της στιγμής ρύμες που τις τραγουδά ένας και ακολουθούν όλοι οι άλλοι.  
Κατά την περίοδο του αρραβώνα, μπαίνοντας η Μεγάλη Σαρακοστή, η νύφη έπρεπε να πάει στην πεθερά της τα «τριμεριάτικα» για τις τρεις πρώτες μέρες της Σαρακοστής και της Καθαρής εβδομάδας. Τα «τριμεριάτικα» είναι ψωμί, «αφρόπτα» όπως την έλεγαν, μπαλιζές (νισεστές – άμυλο αραβοσίτου- βρασμένος με νερό και ζάχαρι), «κουσάφ», (είδος κομπόστας με βρασμένες  κυρίως σταφίδες κομμάτια κυδώνι και κανέλα), «ριτσέλ» (γλυκό κολοκύθι με βράσμα ), «βράσμα- πιτμέζ» (παχύρευστο ζουμί από βρασμένα σύκα).






























Ο  ΓΑΜΟΣ
Φτάσαμε πλέον στις μέρες του Γάμου.
Τα κοντέματα, οι συμφωνίες, οι αρραβώνες με όλα τους τα τελετουργικά φτάνουν στο τελικό τους στάδιο. Έφτασε πλέον η ώρα των γάμων.
Ο Γάμος κατά κανόνα σχεδόν απαραβίαστο γίνεται Κυριακή και σύμφωνα με τα προσυμφωνημένα. Προϋπόθεση, να μην ξημερώνει μέρα μνήμης μεγάλου αγίου, ούτε βέβαια και να ξημερώνει μέρα νηστείας, το οποίο βέβαια σιγά- σιγά εγκαταλείφθηκε. Γνωρίζουμε περίπτωση κατά την οποία έτυχε γάμος τη μέρα της μνήμης της Αποτομής της κεφαλής του Τ. Προδρόμου 29η Αυγούστου και πανήγυρη της ενορίας, κατά την οποία περίμεναν να αλλάξει η μέρα και να ξημερώσει η 30η Αυγούστου για να γίνει ο γάμος.  Φυσικά έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι προεργασίες,  μεταξύ δε των συμπεθερικών να μην υπάρχει καμιά εκκρεμότητα από τα προσυμφωνηθέντα ή διαφωνία για τα προικιά Επίσης έχουν υπογραφεί τα προικοσύμφωνα, η νύφη έχει ολοκληρώσει τα προικιά της, το δε καινούριο, νεόκτιστο ή ανακαινισμένο σπίτι είναι έτοιμο για να υποδεχτεί το καινούριο ζευγάρι.

Ο γάμος και η προετοιμασία του ακολουθεί ένα αυστηρό και απαράβατο τυπικό του οποίου η τήρηση αποτελούν κανόνα τιμής και αξιοπρέπειας της οικογένειας.

Πριν φτάσουμε λοιπόν στο μυστήριο προηγείται η εβδομάδα της προετοιμασίας και του προκαταρκτικού εθιμοτυπικού τελετουργικού.
Την Τετάρτη – Πέμπτη ζυμώνονται τα «κλίτσα». Μικρά στρογγυλά ψωμάκια με μπόλικο σουσάμι που μοιράζονται στο χωριό, κατά κάποιο τρόπο σαν πρόσκληση, για να ενημερώσουμε και να καλέσουμε στο γάμο όποιον θέλουμε. Δε λείπουν βέβαια και τα προσκλητήρια, τα οποία δειλά – δειλά εμφανίζονται.
Σήμερα τα «κλίτσα» δεν έχουν καταργηθεί – κανένας γάμος δεν γίνεται χωρίς να μοιραστούν - αλλά συνυπάρχουν μαζί με τις μπομπονιέρες και τα έντυπα προσκλητήρια. Στον προσκαλεσμένο δημιουργείται και η υποχρέωση της προσφοράς δώρου, (νεότερη βέβαια συνήθεια), στο ζευγάρι και το οποίο θα σταλεί στο σπίτι τις παραμονές του γάμου, με ένα καρτελάκι κολλημένο πάνω του, με το όνομα του αποστολέα. Τα δώρα κυρίως ήτανε σκεύη οικιακά για να τα χρησιμοποιήσει το ζευγάρι στο καινούριο του σπίτι.
Την ίδια μέρα που ζυμώνονται και ψήνονται - είτε σε ιδιωτικούς είτε στους κοινόχρηστους φούρνους του χωριού τα «κλίτσια» ένα από αυτά – το πιο μεγάλο - προορίζεται για να κοπεί μέσα ή απ’ έξω από το παλαιότερο πέτρινο κτίριο του χωριού. Τούτο είναι ένας παλιός πύργος, που σε αντιδιαστολή με έναν άλλον που δεν υπάρχει σήμερα και βρισκότανε υψομετρικά σε χαμηλότερη θέση απ’  αυτόν  στην περιοχή «Κατάπυργος – Κάτω πύργος» -  ονομάζεται «Πάνω πύργος» και σωζόμενο σήμερα ανήκει στην οικογένεια Παλαιολόγου Καρδάτου. Τους πύργους αυτούς χρησιμοποιούσαν σαν παρατηρητήρια για σκοπιά και ενημέρωση - φύλαξη των κατοίκων του χωριού στα χρόνια των πειρατών. Το τελετουργικό αυτό γίνεται για να μεταδώσει τη δύναμή του ο πύργος στο ζευγάρι ώστε κι αυτό να είναι γερό και να παλιώσει όσο και  ’κείνος. Το έθιμο τούτο διατηρείται και στις μέρες μας. Τα κομμάτια από το «κλιτς» που κόβεται μοιράζονται στα παλικάρια και τις κοπέλες για να παντρευτούν γρήγορα κι αυτοί.
Τις αμέσως επόμενες ημέρες Πέμπτη – Παρασκευή τα παλικάρια θα μεταφέρουν στα χέρια ή πάνω σε στολισμένα άλογα τα προικιά του γαμπρού τα οποία και τακτοποιούνται - τοποθετούνται επιδεικτικά - στο σπίτι της νύφης σε μεσάντρες – ντουλάπες και σε άλλα επιδεικτικά μέρη του σπιτιού.
Στο γαμπρό έδινε η μητέρα του τα πιο βασικά πράγματα,  στρώμα, καρπέτες, (κουρελούδες), χράμια, μάλλινα σεντόνια υφαντά στον αργαλειό, τα απαραίτητα για το σπίτι. Στο σπίτι της νύφης, όλα αυτά τα προικιά του γαμπρού τοποθετούνται σε ειδικό μέρος, και επιδεικνύονται στους καλεσμένους. Την Παρασκευή επίσης ο γαμπρός μαζί με το κουβάλημα της προίκας, στο σπίτι της νύφης, θα φροντίσει και για το κουβάλημα ξύλων σ’ ένα «μπαγίρ», ξέφωτο, για την τελετή του «κνα» το Σαββατόβραδο.
Το Σαββάτο από πολύ νωρίς συνεχίζονται οι προετοιμασίες, η τακτοποίηση του σπιτιού και  των προικιών της νύφης απ’ τις κοπέλες και φιλενάδες της νύφης. Αυτά θα επιδειχθούν με περίσσιο καμάρι σε κάθε ένα επισκέπτη - και θα παρελάσει από κει όλο το χωριό και όχι μόνο - , ο οποίος θα περάσει απ’ το σπίτι μέχρι και την ώρα του γάμου, την Κυριακή το απόγευμα, για να δώσει τα συχαρίκια του και της ευχές του. Όλοι θα περάσουν, θα δουν, θα σχολιάσουν, θα κρίνουν, θα επικρίνουν, θα κατακρίνουν. Της νύφης, ανάλογα με το πώς θα δουν το σπίτι και τα προικιά της, θα της κρεμαστεί η ταμπέλα της προκομμένης ή της τεμπέλας. Και είχανε πολλά πράγματα για να δουν και να θαυμάσουν. Σε περίοπτη θέση βρίσκονταν τα «παραμάτσα», είδος υφαντού το οποίο ύφαιναν ένα παρά ένα μάτι και έτσι σχημάτιζαν στα υφαντά τους σταυρούς καρύδες και ότι άλλο έφτιαχνε η φαντασία τους.
Στόλιζαν λοιπόν οι κοπέλες τα προικιά του γαμπρού και της νύφης του καθενός σε χωριστή μεριά και με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνονται όλα και να μπορούν να ελεγχθούν από όλους. Μάλιστα το θεωρούσαν και καλότυχο οι επισκέπτες να κλέψουν κάτι, έστω και μια πετσέτα, απ’ τα προικιά της νύφης. Αυτό το γαμήλιο «κλέψιμο» το συνήθιζαν κυρίως οι ανύπαντρες κοπέλες για να «κολλήσουν» κι αυτές απ’ την τύχη της νύφης και να παντρευτούν γρήγορα.