Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ





Βράβευση του γηραιότερου φυσικού εκπαιδευτικού 98 ετών κ. Αναγνώστου Απόστολου (έγιναν και βραβεύσεις μαθητών ,τριών στην ημερίδα που διοργάνωσαν οι φυσικοί της Λέσβου με θέμα Αστροφυσική Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές και ειδικά στο κ.Αποστόλου για το μεστό του λόγο παρά την ηλικία του ! Κύριε Απόστολε να περάσεις τα εκατό και εμείς να απολαμβάνουμε τη διάυγεια του μυαλού σου!
Ποπη Γομου Πρωτογερακη


Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Μητροπολίτης Ιερισσού Νικόδημος

makaristos ierissou
Του Άγγελου Πάκλαρα, Θεολόγου | Romfea.gr

"Αγάπη, προφητείας χορηγός, αγάπη ελλάμψεως άβυσσος, αγάπη πηγή πυρός, αγάπη τεράτων παρεκτική, αγάπη Αγγέλων στάσις, αγάπη προκοπή των αιώνων....
Όσον αναβλύζει, τοσούτον τον διψώντα καταφλέξει...απάγγειλον ημίν ώ καλή εν αρεταίς, που ποιμαίνεις τα πρόβατά σου; που κατοικείς εν μεσημβρία;
Φώτισον, ημάς, οδήγησον ημάς και χειραγώγησον ημάς..." γράφει ο Άγιος Ιωάννης, της Κλίμακος, ύμνον θεσπέσιο πρός την αγάπη...
"Αγαπώ δε, διότι εγώ θέλω να αγαπώ το τι θα κάμει ο άλλος, είναι δική του υπόθεσις...", έγραφε, αλλού, ο μεγάλος ποιητής Μενέλαος Λουντέμης.
Αγαπάς, όχι διά να σε αγαπούν, συμπαθείς όχι διά να σε συμπαθήσουν, ευεργετείς, όχι διά να σε ευεργετήσουν...
Αυτή είναι η αληθινή εν Χριστώ αγάπη και ανιδιοτελής προσφορά.
Η δε υπέρβαση της αγάπης, να αγαπάς το ίδιο, τους εχθρούς αλλά και αυτούς που ήταν εν ζωή, ενώ τώρα βρίσκονται εν τω παραδείσω...
Απτό παράδειγμα, αυτού του μεγαλειώδους συναισθήματος, ο Μητροπολίτης Ιερισσού κυρός Νικόδημος και η αέναος αγάπη του εκ παιδιόθεν, διά την ζώσα του Χριστού Εκκλησία, την Αειπάρθενο Μαρία, τους Αγίους, τους ανθρώπους καθ' εικόνα και ομοίωση του Άναρχου Θεού και της ατελεύτητης επουρανίου Βασιλείας του.
Επτά έτη ήδη παρήλθαν, ως σαν μία ημέρα, εις την σκέψη μας, όταν ο υφηγητής των αρετών, Μητροπολίτης Ιερισσού κυρός Νικόδημος, απαλλαγμένος πλέον του φθαρτού και τόσο ταλαιπωρημένου σαρκίου του, ταξίδευε διά τους ουρανούς.
Γεννημένος εν Λισβορίω Μυτιλήνης, το έτος 1931, είχε δύο άλλα αδέλφια και ορφανός από μητρός, μεγάλωσε με τον αείμνηστο ιερέα, πατέρα του, π. Ευστράτιο.
Ετίμησε και εσεβάσθη διά αιματηρής υπακοής τους τρείς αειμνήστους γέροντές του, Μητροπολίτες Μυτιλήνης Ιάκωβο τον Α', τον από Δυρραχίου, Ικονίου Ιάκωβο, Σχολάρχη του στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εκ του οποίου έλαβε το α' και β' βαθμό της Ιερωσύνης και Μυτιλήνης Ιάκωβο τον Β', τον από Σισανίου και Σιατίστης.
Όπου διηκόνησε ως κληρικός, Κωνσταντινούπολη, Χάλκη, Λονδίνο, Μάλτα, Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη και Αθήνα, άφησε ανεξίτηλα από τον χρόνο τα έργα της εν Χριστώ ζωής και προσφοράς του...
Ως Πρωτοσύγκελλος, Καθηγητής, Ηγούμενος της Ι. Μονής Βλατάδων, Διευθυντής οικοτροφείων, Αντιπρόεδρος του ιδρύματος Πατερικών Μελετών και Ιεροκήρυξ.
Επιστρέφοντας όμως πίσω τον χρόνο, ήταν Ιούλιος του έτους 1982, ένα έτος μετά την ενθρόνισή του...
Ερχόμενος από μία επίσκεψή του εις το Άγιον Όρος, αποφάσισε πλέον οριστικά, να αφήσει το μητροπολιτικό μέγαρο στην Αρναία όπου ένοιωθε να ασφυκτιά και να διαμείνει στο ιστορικό Προσκύνημα της Μεγάλης Παναγίας, δεκατρία χιλιόμετρα οδικής αποστάσεως....
Μεγάλη η αγάπη του δι' αυτό τον καθαγιασμένο τόπο, αλλά μεγάλη και η απόφαση...η ερημία και το δριμύτατο ψύχος του χειμώνα, το μεγαλύτερο εμπόδιο...
Η ζέστη του καλοκαιριού, παρά την πυκνή βλάστηση το έτερο...
Η καθημερινή μετάβασή του στο μητροπολιτικό γραφείο, στην Αρναία το ίδιο...
"Ήρθα για να είμαι κάτω από την σκέπη και προστασία της Παναγίας, απαντούσε σε όσους τον ρωτούσαν...."
Η αγάπη του αυτή, προς τη Θεοτόκο, ήταν ανυπέρβλητη, ανεξήγητη, ακατάπαυστη, αληθινή, παραδειγματική, μοναδική και ανυπόκριτη...
"Την πάσαν ελπίδαν μου, εις σε ανατίθημι" ψιθύριζε συνεχώς.
Με τους Χαιρετισμούς της, που γνώριζε από στήθους, ξεκινούσε την ημέρα του, με αυτούς κι όταν έρχονταν η νύκτα, έκλεινε την βαριά ξύλινη πόρτα του Επισκοπείου του, διά να αποκοιμηθεί...
Η μικρή Μητρόπολη που του ενεπιστεύθη η Εκκλησία, κατόρθωσε στα τριανταένα έτη διαποίμανσης του, να την κάμει μεγίστη...να την φέρει εις το προσκήνιο, εις το πνευματικό φως, εις την ποιμαντική και διοικητική ανύψωση της...
29η Μαρτίου 1981, η εις Επίσκοπον χειροτονίαν του, 16η Απριλίου, η τελετή της ενθρονίσεώς του.
Διετέλεσε δύο φορές τοποτηρητής της Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης και της Μητροπόλεως Λαγκαδά.
Το έργο του, σιωπηλό και πάντα αθόρυβο...
Ανακαινίζοντας και ανεγείροντας Ι. Ναούς, Ι. Μονές, πνευματικά κέντρα, ιδρύματα αγάπης...
Καθιερώνοντας ιερατικές συνάξεις, θεολογικά και αντιαιρετικά συνέδρια, κατασκηνώσεις όλων των ηλικιών, έκδοση εκκλησιαστικού εντύπου, "η μαρτυρία".
Ημερίδες προς ανάδειξη των τοπικών Αγίων, ανακαίνιση εκ τέφρας του Μητροπολιτικού Ναού Αρναίας, οίκους ευγηρίας, κατηχητικά όλων των βαθμίδων, ομιλίες του ιδίου, ατελείωτες ποιμαντορικές εγκυκλίους κάθε εορτή και γραπτά κηρύγματα εκάστη Κυριακή...
Εσπούδασε άπορους νέους. Συσσίτια και δέματα αγάπης.
Ιδρυτής του ιερού συνδέσμου νέων "η Αγία Ακυλίνα", ως άριστος δε γνώστης της βυζαντινής μουσικής, εδημιούργησε και τον σύνδεσμο ιεροψαλτών Αρναίας, ενώ διοργάνωσε συνέδρια συμπαραστάσεως οικογενείας, πολυτέκνων, και απόρων.
Τα βιβλία που εξέδωσε ατελείωτα...για την Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννου, για την ερμηνεία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, η σειρά κηρυγμάτων του "Ποίμανε τα πρόβατά μου" και πόσα ακόμη...
Ογδονταοκτώ εν συνόλω οι χειροτονίες του...οι άμεσοι συνεργάτες του, λίγοι μεν αλλά πρόθυμοι και με υπακοή, τον ηκολούθησαν καθ' όλη την πορεία της αρχιερατείας του.
Από τους πρώτους συνοδοιπόρους του, ο μετέπειτα Πρωτοσύγκελλός του και Ιεροκήρυξ, π. Χρυσόστομος Μαιδώνης, τον οποίο μετά πολλών παρακλήσεων, κατόρθωσε να τον πάρει από το Άγιον Όρος και την Νέα Σκήτη όπου εμόναζε και να τον έχει βοηθό στο πολύπλευρο έργο του.
Ήταν ένας Επίσκοπος, φιλακόλουθος, φιλάγιος, αφιλάργυρος, αξιοπρεπής, ευγενής, διακριτικός, μειλίχιος, άκακος, ευλαβής, σεμνός, ευαίσθητος, ειλικρινής, αληθινός, ανυπόκριτος, δίχως ακριβά άμφια, αλλά απλά και απέριττα.
Αγαπήθηκε από το ποίμνιό του και από αυτούς που εγνώριζαν τον χαρακτήρα του και έτυχε πλήρους σεβασμού από όλη σχεδόν την Ιεραρχία διά την σοφία και σύνεση των λόγων του, την εκκλησιαστική και λειτουργική του εμπειρία τόσων ετών...
Αρχιερατική αυλή του, όσοι κι αν προσπάθησαν να γίνουν, δεν τα κατάφεραν....
Αγαπούσε τους κληρικούς του, αλλά ποτέ δεν ξεχώρισε κάποιον...δίκαιος και επί ίσοις όροις προς όλους...
Η πνευματική ευθύνη του απέναντί τους, συνεχής.
Συνέγραψε συν τοις άλλοις, ειδική εγκύκλιο προς τους αγάμους κληρικούς του, όπου ανέφερε αναλυτικά, τις ιερές ακολουθίες που έπρεπε να τελούν εις το κελλίον τους από όρθρου βαθέος, έως νυκτός...
Κάποιοι του μετέφεραν ότι μερικοί μειδίαζαν...
"Εγώ ως Επίσκοπός τους, ώφειλα έναντι του Θεού και έδωσα ως εντολή, να κάμουν αυτά τα οποία έγραψα.
Εάν τα παραμελήσουν, η ευθύνη βαραίνει τους ώμους των, όχι τους δικούς μου, " η απάντησίς του...
Άλλωστε ο αοίδιμος Ιεράρχης, είχε το χάρισμα, κοιτώντας τον συνομιλητή του, εις τους οφθαλμούς, να καταλάβει εάν αυτά που του έλεγαν, ήσαν αληθινά λόγια καρδίας ή υποκριτικά λόγια συμφέροντος...
Το ευφυές μυαλό του, ψυχολογούσε και διαισθάνονταν τους πάντες....
Ακόμη και τα δώρα που ελάμβανε, γνώριζε τον σκοπό, για τον οποίο του τα προσέφεραν...και αργότερα βέβαια τα χάριζε εις άλλους αρχιερείς, του εξωτερικού...
Και όπως ήταν φυσικό επαινέθη για το πολυσχιδές έργο του, αλλά και επολεμήθη ακόμη και από αυτούς που ευεργέτησε...
Πολλές φορές εδάκρυσε γονυπετής, ενώπιον της Ι. Εικόνος της Παναγίας του Προσκυνήματος, διά την ανθρώπινη αχαριστία, συκοφαντία και άδικη κατάκριση....
Σιωπούσε, όμως, δεν διεμαρτύρετο, ούτε τιμωρούσε..."δια τας αμαρτίες μου, επιτρέπει ο Θεός και γίνονται όλα αυτά!!!" έλεγε...
Όταν ησθένησε την πρώτη φορά, από την καρδιά του και εγχειρίστηκε τον επισκέφτηκα τρεις φορές, την μία με τον πατέρα μου.
Άλλοι βέβαια κληρικοί και λαϊκοί περισσότερες φορές, ενώ αρκετοί διανυκτέρευαν πλησίον του.
Πονούσε πολύ αλλά δεν έλεγε τίποτε...
Μία από τις ημέρες που πήγα ήταν μόνος. Με ρώτησε θα μείνεις; του απήντησα ναι. Τότε προσπάθησε να ανοίξει το συρτάρι του κομοδίνου του αλλά από τους έντονους πόνους, δεν τα κατάφερε.
Τον ρώτησα τι ήθελε και μου είπε το πορτοφόλι του. Του το έδωσα, το άνοιξε και μου έδωσε χρήματα, λέγοντας μου "πήγαινε στο κυλικείο να πάρεις ό,τι θέλεις κι έλα γρήγορα να διαβάσουμε τους Χαιρετισμούς..."
Του είπα μα έχω χρήματα επάνω μου.."Να μάθεις υπακοή, μου απήντησε..."
Τα πήρα, γύρισα και σ' ένα μικρό καρεκλάκι διάβαζα τους Χαιρετισμούς. Αργά και καθαρά, μου ψιθύρισε...
Αμέσως οι μορφασμοί του προσώπου του, από τους πόνους, ηρέμησαν κι έκλεισε τα μάτια του.
Σταμάτησα, νομίζοντας ότι κοιμήθηκε...
"Συνέχισε μου είπε, ακούω...", ενώ κάθε φορά στο άκουσμα του "Χαίρε Νύμφη, ανύμφευτε", με πολύ δυσκολία σήκωνε το αδύναμο χέρι του και έκαμε τον σταυρόν του...
Η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας ήταν η μοναδική χαρά του...έλαμπε ως αστραπή το πρόσωπό του, ενώπιον της Αγίας Τραπέζης...
Δάκρυζε στο ," Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον...", διότι η μητέρα που στερήθηκε από τριών ετών, ήταν πλέον γι αυτόν η Παναγία...
Μπορεί η θαυματουργή εικόνα Της στο Προσκύνημα να είχε κλαπεί, αλλά και η επόμενη που ετοποθέτησε ο ίδιος, τα ίδια θαύματα επιτελούσε...
Εδώ στο Προσκύνημα, βαδίζει καθημερινά η Θεοτόκος έλεγε...και πάλι οι οφθαλμοί του δάκρυζαν.
Εκεί εβάδιζε κι αυτός κάθε απόγευμα μέσα στο δύσβατο δάσος γύρω από το Επισκοπείο...
Εκεί τελούσε όλες τις ακολουθίες. Όρθρο, Θ. Λειτουργίες, ενάτη, Εσπερινό και Απόδειπνο...
Αρκετές φορές μόνος με τον εφημέριο και έναν ή δύο το πολύ ανθρώπους...
Ατελείωτες οι αγρυπνίες πέντε ή και έξι ωρών που τελούσε ο ίδιος προς τιμήν της Παναγίας, όρθιος με μόνο στήριγμα την αρχιερατική του ράβδο...
Πόσο συγκινητική η εικόνα στην θύμησή μου, όταν σε μία από τις πολύωρες αγρυπνίες, στο Προσκύνημα και μέσα στον ασφυκτικά, γεμάτο από κόσμο Ναό, ένα παιδάκι ήταν κουρασμένο και όρθιο.
Ο Δεσπότης, το αντιλήφθηκε και του έκαμε νεύμα να έρθει να καθίσει στα σκαλοπάτια του αρχιερατικού θρόνου, όπου χοροστατούσε ο ίδιος...
Αυτό έτρεξε αμέσως, με χαρά, του είπε "ευχαριστώ" και μετά από λίγο αποκοιμήθηκε ανάμεσα στις πτυχές της ουράς του μανδύα του Μητροπολίτη...ένοιωθε ασφάλεια και ηρεμία...
"Λιμήν των ψυχών, η Εκκλησία..."
Καθ' όλον τον Αύγουστο χοροστατούσε ο ίδιος από του θρόνου και παρά την αφόρητη ζέστη εντός του Ναού, πάντοτε φορούσε τον αρχιερατικό μανδύα του, και μόνο σε μωβ χρώμα, τιμώντας την Θεοτόκο.
Όταν γινόταν η απόλυσις και τον έβγαζε, αυτός έσταζε στην κυριολεξία, όπως και το εξώρασο και το ζωστικό του...
Στο δε Μέγα Εσπερινό της εορτής της Κοιμήσεως, φορούσε άπασα αρχιερατική στολή με επίσημη κάθοδο της Ι. Εικόνος από το Επισκοπείο στον κυρίως Ναό.
Δύο δε λιτανείες, η μία μετά τον Μεγάλο Εσπερινό και τον Επιτάφιο με την τελετή των εγκωμίων της Θεοτόκου και η δεύτερη το πρωί μετά την Θ. Λειτουργία...
Ο τόπος όπου οι προκάτοχοί του, έρχονταν μόνον στην εορτή του Προσκυνήματος, ο μακαριστός Νικόδημος, του έδωσε με την διαρκή παρουσία του πνοή, ζωή, δράση πνευματική.
Ήταν το καταφύγιο του, όπου η θλίψη και η κατάθλιψη που υπάρχουν στον κάθε άνθρωπο, το Προσκύνημα ήταν η παραμυθία και η ζωογόνος δρόσος.
Ανακαίνισε το εσωτερικό του Ναού, δημιούργησε κοινή τράπεζα και πνευματική αίθουσα και επισκεύασε τα κελλιά των κληρικών αλλά και των προσκυνητών που διέμεναν όλο τον μήνα Αύγουστο.
Ανήγειρε καινούριο κωδωνοστάσιο, νάρθηκα και εξωνάρθηκα.
Δώρησε ο ίδιος στον Ιερό Ναό του Προσκυνήματος, μικρά τεμάχια των ιερών λειψάνων, Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, προς αγιασμό και ευλογία των πιστών.
Εκεί λειτουργούσαν κάθε καλοκαίρι, από τέλη Ιουνίου έως και όλο τον μήνα Ιούλιο οι κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως, υπό την εποπτεία του Πρωτοσυγκέλλου του, πατρός Χρυσοστόμου.
Στο απόδειπνο, κάθε βράδυ, παρευρίσκετο και ο ίδιος μαζί με τα παιδιά, που ένα, ένα μετά, τους έδινε την ευχή του.
Με αφάνταστη θλίψη αναγκάστηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 1996, να διαμείνει στο νέο και επιβλητικό Μητροπολιτικό μέγαρο, στην Αρναία, που και γι αυτό ακόμη σχολιάστηκε...
"Μα δεν είναι δικό μου, έλεγε με παράπονο, εγώ μια ημέρα θα φύγω, ποιός μένει εδώ αιώνια...θα έρθει ο διάδοχός μου...και μετά ο επόμενος από αυτόν..."
Πικραινόταν η ευαίσθητη ψυχή του, διότι ήταν ως μικρού παιδιού...
Αλλά και πάλι όλους τους μήνες από την άνοιξη μέχρι και τον Σεπτέμβριο, επέστρεφε στο Ιερό Προσκύνημα, εκεί όπου ηρεμούσε η ψυχή του, ο λογισμός του και ήταν μακρυά από όσους τον έθλιβαν...μόνος, αυτός, ο Θεός και η Πάναγνος Μητέρα του Κυρίου και δική του...
Και μετά εντελώς ξαφνικά ήλθε η δεύτερη ασθένειά του...
Ένα μήνα πριν στην τηλεφωνική μας συνομιλία, είχε πει ότι μόλις είχε επιστρέψει από εκδήλωση εις την Ιερισσό, ότι ήταν κουρασμένος και με ρώτησε εάν θα έλθω διά τας εορτάς του Αγίου Στεφάνου...
Αρχές Ιανουαρίου ήδη είχε ασθενήσει...

Σιωπηλός, λαβών γαρ τον σταυρόν της ασθενείας του, ηκολούθησεν τον Χριστόν επιμελώντας της ψυχής του, πράγματος αθανάτου...έως τέλους...διό και μετά Αγγέλων θα αγάλλεται το πνεύμα του...
Ίσως δι αυτό το τροπάριο "εν σοι πάτερ ακριβώς διεσώθη το κατ' εικόνα..." να είναι το πλέον κατάλληλο, δι' αυτόν...
Ετίμησε την αρχιερωσύνη του, εδόξασε την Εκκλησίαν του Χριστού, άφησε ιερά παρακαταθήκη το μεγάλο έργο του...
Η υική μας αγάπη, όπως και πολλών άλλων, πνευματικών του τέκνων, παντοτινή προς το σεπτό πρόσωπό του και την ιερά μνήμη του.
Συνεδέθη με άρρηκτους πνευματικούς δεσμούς, εκτός των Γερόντων του, με πολλούς αδελφούς του Αρχιερείς, εν τω συνδέσμω της αγάπης...
Τους μακαριστούς πλέον, Εφέσου Χρυσόστομο, Σταυρουπόλεως Μάξιμο, Σερρών Μάξιμο, Νεαπόλεως Διονύσιο, Καρθαγένης Χρυσόστομο, Κώου Ιεζεκιήλ, Άσσου Ιάκωβο, Δράμας Διονύσιο, Λαρίσης Ιγνάτιο, Γλυφάδας Παύλο, Ελευθερουπόλεως Ευδόκιμο και Τυρολόης Παντελεήμων.
Ενώ από τους εν ζωή, τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Μιλήτου κ. Απόστολον, Καθηγούμενον της Ι. Μονής Αγίας Αναστασίας, Χαλκιδικής, (ο οποίο εσεβάσθη και ετίμησε τον Γέροντα, υπέρ του δέοντος) και οι Βρυούλων Παντελεήμων, Δέρκων Απόστολο, Μυτιλήνης Ιάκωβο τον Γ', Λαγκαδά Ιωάννη, Βράνιε Παχώμιο, Κίτρους Αγαθόνικο, Ζιχνών Ιερόθεο, Ελευθερουπόλεως Χρυσόστομο, Ξάνθης Παντελεήμων και Νέας Σμύρνης Συμεών...
Όλους αυτούς τους ηγάπησε και τους ετίμησε αλλά και ετιμήθη και εσεβάσθη υπό αυτών...
Άλλωστε πολλοί κληρικοί και λαικοί τιμούν ακόμη και τώρα την μνήμη του, ο καθείς με τον τρόπο του...
Εδίδαξε πολλά, κυρίως την συγχώρεση, την ασάλευτη πίστη στη Ορθόδοξη Εκκλησία, την σιωπή, την αξία της προσευχής και των Χαιρετισμών της Θεοτόκου και την αμνησικακία που διέθετε ο ίδιος...
Προσπαθήσαμε να τα κληρονομήσουμε...ίσως και να μην τα καταφέραμε εις όλα...ας μας συγχωρέσει διά όσα τον πικράναμε εκουσίως ή ακουσίως...
Μας προσέφερε όλο το περίσσευμα της αγάπης από την άδολη ψυχή του, ως αντίδωρο δε, δεν του προσφέραμε τίποτε...ευλόγησον και συγχώρησον ημάς άγιε Γέροντα...
Επτά έτη μετά, την κοίμησή του, τα πάντα εις το Ιερό Προσκύνημα θυμίζουν την ύπαρξή του, τα βήματά του, την άυλη παρουσία του...
Το μικρό καντηλάκι, πίσω από το Ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Στεφάνου, Αρναίας, εκεί όπου το χοϊκό του σώμα πλέον, αναπαύεται είναι πάντοτε αναμμένο...
Δεν θα σε λησμονήσει το ποίμνιό σου, όπως έλεγες συχνά και δεν θα σε αναπολούν μόνον όταν θα βλέπουν την φωτογραφία σου, αναρτημένη στην αίθουσα του θρόνου, δίπλα στον προκάτοχό σου, μακαριστό Ιερισσού Παύλο.
Δεν έσβησε ουδείς από την μνήμην του, τις ευεργεσίες σου, τα κηρύγματά σου, τις νουθεσίες σου, τις παρακλήσεις σου...
Υπάρχουν ακόμη ευλαβείς άνθρωποι που σέβονται και τιμούν την μνήμην σου, διαβάζουν τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, ανάβουν ένα μικρό κεράκι εις το σεπτό μνήμα σου και δακρύζουν, ακόμη όταν σε θυμούνται να ψάλλεις γονυπετής με την δυνατή φωνή σου, κατά το Ιεροσολυμίτικο τυπικό, το "Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε..."
Μη λυπού...Γέροντα, ενθυμούμενοι όταν εδάκρυζες, λέγοντας πως εις όλην την επίγειο ζωήν σου ένοιωθες μόνος...δεν σε ξεχάσαμε, σε αγαπούμε το ίδιο, όσοι τουλάχιστον ευεργετηθήκαμε υπό της πατρικής στοργής της φιλευσπλάχνου αγκάλης σου...
Ήδη διά τους κόπους και πόνους σου, απολαμβάνεις βραβεία και στέφη τα ουράνια...
Σε λίγες ημέρες την 16η Σεπτεμβρίου, θα συμπληρωθούν επτά έτη απουσίας του...
Κατακλείοντας αντιγράφουμε με πολύ σεβασμό, τον αποχαιρετιστήριο επίλογο, εις τον τόμο που συνέγραψε μετά πολλών μόχθων, ο κατά σάρκαν αδελφός του αειμνήστου Νικοδήμου, ο ευλαβέστατος και αξιότιμος εκπαιδευτικός, κ. Ιωάννης Αναγνώστου, διά τον αδελφό του.
Ο οποίος πάντοτε έζησε υπό την σκιάν του αοίδιμου Νικοδήμου, με διάκριση.
Ουδέποτε προέταξε τον εαυτόν του, εκόμπασε ή αυτοεπαινέθη ότι ήτο αδελφός ενός τόσο μεγάλου Επισκόπου.
Έγραφε δε εν κατακλείδι: " Ήπλωσε τας χείρας σου Δέσποτα και ευλόγησον ημάς...και αύτη η ευλογία ας παραμείνει εις αυτόν τον λαόν και τα πνευματικάν σου τέκνα, απορφανισμένα πλέον.
Ευλόγησον ημάς ίνα ζούμε και καρποφορούμε

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Οι Καλ’κατζάρ’


Οι Καλ’κατζάρ’

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΒΑΝΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για καλικαντζαρος


Σαν έφτανε το ∆ωδεκάµερο (1), η γιαγιά η Γιωργούλα γινόταν άλλος άνθρωπος. ∆ε γέλαγε , δεν αστειευόταν, δεν τραγούδαγε, δεν έκανε τις δουλειές που πάντα της άρεσε να κάνει, να βάλει µπουγάδα, να ζυµώσει, να υφάνει, να τυροκοµήσει…Έδειχνε σαν κάτι να την απασχολεί, σαν κάτι κακό να περίµενε, που όµως ήταν έτοιµη να το παλέψει και να το αντιµετωπίσει. Πολλές φορές την άκουγα να µονολογεί χαµηλόφωνα και µόλις ξεχώριζα να λέει : - Τ’ π’σσόκωλ’ (2) οι γιοι …οι ζηρζηβούλ’δης (3)…Ας έρτην (4) σαν τους βαστά…Χίλια παλούκια. θα µπουν στον κώλο τους … Έριχνε χοντρά κούτσουρα στη γωνιά, κάπου – κάπου και καµιά φούχτα χοντρό αλάτι (5),έσερνε το µαξιλάρι της δίπλα στη φωτιά και δόστου - φέρτου να κλώθει στο αδράχτι της ατέλειωτη βαµβακερή κλωστή. - Γιατί, γιαγιά Γιωργούλα, είσαι θυµωµένη απόψε ; ρώτησε µε παράπονο η µικρή εγγονούλα της, η αδελφή µου Μαρία. Κάναµε τίποτα κακό ; Είπαµε κάτι που δεν έπρεπε ; - ∆ε φταίτε σεις, παιδάκι µου ! κούνησε το κεφάλι της η γιαγιά. Φταίνε οι βηλζηβούλ’δης (3) οι µαγαρισµέν’ (6) .Όπου να ’ναι θα ξεπροβάλουν . Είναι οι µέρες τους. Θα έρθουν να µαγαρίσουν (7) πάλι όλο τον κόσµο. Τ’ π’σσόσκατ’ (2) οι γιοι! Τ’ αναγελάσµατα τ’ ανθρώπου … - Και τι είναι, γιαγιά, αυτοί τ’ π’σσόσκατ’ οι γιοι, οι ζηρζηβούλ’δης ; ρώτησε µε το στόµα ανοιχτό, γεµάτη απορία η Μαρία. - Είναι, παιδί µου, οι Καλ’κατζάρ’ !Αερικά, δαιµονισµένα πλάσµατα ! είπε η γιαγιά ,έκανε το σταυρό της κι έφτυσε τρεις φορές στον κόρφο της, για να ξορκίσει το κακό . Σαν έρχονται, µπροστά πάει ο αρχηγός τους ο Κουτσός, ο γαϊδουροπόδαρος .Τριγύρω του χορεύουνε και πηδάνε αµέτρητοι άλλοι. Είναι τόσοι δα, µια σταλιά, µα είναι διαβολεµένοι. Τρέχουν γυµνοί, φοράνε στα κεφάλια τις κουκούλες από γουρουνίσιες τρίχες και στα ποδάρια τους, που είναι σαν του τραγιού ή του γαϊδάρου, φοράνε σιδερένια τσαρούχια . Κρατάνε στα χέρια τους αγκλίτσες κι έχουνε νύχια σουβλερά και γυριστά σαν τα δρεπάνια. Φαφούτηδες, λιγδιάρηδες ,µε ξέπλεκο µαλλί, άλλος κουτσός, άλλος κουλός, µη δώσει ο Θεός, παιδί µου, και βρεθούνε στο δρόµο σου. - Κι από πού έρχονται, γιαγιά, οι Καλ’κατζάρ’; Ρώτησε τώρα µε τρεµάµενη από τον φόβο φωνή η Μαρία . Η γιαγιά συνδαύλισε τη φωτιά, έριξε κι άλλο κούτσουρο στη γωνιά , άφησε στο πλάι της το αδράχτι και πήρε στην αγκαλιά της τη Μαρία, που κρύφτηκε όσο µπορούσε πιο πολύ στη νησιώτικη βράκα της γιαγιάς. - Έρχονται από τον Κάτω Κόσµο, Μαρία µου !Ζούνε εκεί σε σκοτεινές αραχνιασµένες σπηλιές και τρώνε φίδια, σαύρες, ποντίκια και γάτες. Εκεί στον Κάτω Κόσµο πριονίζουν µε τα δόντια και µε τα νύχια τους ασταµάτητα ,µέρα και νύχτα, τις τρεις κολόνες που βαστάνε τον Απάνω Κόσµο. Θέλουνε να τις γκρεµίσουν και µαζί µ’ αυτές να γκρεµιστεί κι ο κόσµος όλος. Τις πελεκάνε τις κολόνες όλο τον χρόνο, παρά δώδεκα µέρες. Τότες πια δεν αντέχουν άλλο ,τις παρατάνε και βγαίνουν να ξανασάνουν στον Απάνω Κόσµο. Κάθονται δώδεκα µέρες, µα σα ξαναγυρίσουν ,οι κολόνες έχουν θρέψει κι αυτοί ξαναρχίζουν πάλι το πελέκηµα απ’ την αρχή. - Και τι κάνουν, γιαγιά, αυτές τις δώδεκα µέρες στον Απάνω Κόσµο ; ρώτησε τώρα, ξεθαρρεµένη στη ζεστή αγκαλιά της γιαγιάς της ,η Μαρία. - Και τι δεν κάνουν ,παιδί µου, οι τρισκατάρατοι !Τρυπώνουν στα σπίτια απ’ όπου βρούνε !Από τις καµινάδες, από τις κλειδαρότρυπες, από τις χαραµάδες…Σπάζουν τα κιούπια (8) και χύνονται τα κρασιά και τα λάδια. Σπάζουν τα σταµνιά και τα κουµάρια (9) και µένουν οι άνθρωποι χωρίς να έχουν νερό να πιούνε. Σκορπούν το στάρι και το αλεύρι και µαγαρίζουν τα φαγητά. Κατουράνε και σβήνουν τη φωτιά και σκορπάνε µέσα στο σπίτι τη στάχτη. Πειράζουνε στον δρόµο όποιον βρούνε και δεν τον παρατάνε, αν δε λαλήσει ο µαύρος πετεινός. Τις νύχτες µε φεγγάρι χορεύουνε στις ράχες και στα ξέφωτα κι άµα βρούνε κανέναν µοναχικό στα χωράφια ,τον παίρνουν και τον αναγκάζουν να χορεύει µαζί τους µέχρι που να λαλήσει ο πετεινός. Έχουν στο µάτι (10) τους µυλωνάδες κι όσους πηγαίνουν στον µύλο ν’ αλέσουν σιτάρι. Λερώνουν τ’ αλεύρι, ξεσκίζουν τα σακιά και το σκορπάνε στους δρόµους. Τροµάζουν τα ζώα και τους ανθρώπους ,κάνουν τον κόσµο άνω – κάτω… - Εσύ τους είδες τους Καλικάντζαρους, γιαγιά ; τη ρώτησα µε τη σειρά µου κι εγώ, θέλοντας να την πειράξω λιγάκι και να κάνω τάχα πως δεν τα πολυπιστεύω αυτά που λέει . - Εγώ δεν τους είδα, Θεός φυλάξει, Γιαννάκη µου ! απάντησε η γιαγιά, σταυροκοπήθηκε κι έφτυσε πάλι τρεις φορές στον κόρφο της. Τους είδε η γειτόνισσα το Ρηνιώ, που σηκώθηκε νύχτα να ζυµώσει και πήγαν και της σκόρπισαν τ’ αλεύρι. Τους είδε η Ελένη η Σταύραινα ,που πήγαινε αξηµέρωτα στον µύλο ν’ αλέσει σιτάρι και πήγαν και τρύπωσαν στο σαµάρι ανάµεσα στα τσουβάλια και τρόµαξε το ζώο και παραλίγο να τη ρίξει κάτω να τη σκοτώσει. Τους είδε ο Στέλιος ,του Μπόµπιρα ο γιος, που έβοσκε νύχτα τα πρόβατα και τον πήραν και τον χόρευαν στο Σκοτεινό Λαγκάδι (11) µέχρι που λάλησε ο πετεινός. Κι έµεινε από τότε ονειροπαρµένος κι αλαφροΐσκιωτος κι όλο γελά κι όλο κουνά τα χέρια του σα να θέλει να χορέψει… - Κι εµείς τι θα κάνουµε τώρα , γιαγιά ; Πώς θα τους κρατήσουµε µακριά από το σπίτι µας ; ρωτήσαµε τώρα µ’ ένα στόµα κι οι δυο τη γιαγιά . - Έννοια σας και ξέρω εγώ να τους χορέψω (12) ! απάντησε θυµωµένη η γιαγιά Γιωργούλα .Τα έµαθα από τη µάννα µου κι απ’ τη δική µου τη γιαγιά, Θεός σ’χωρέσ’ τες . Εσύ , Μαρία, πάρε το αναµµένο κερί κι έλα να µε βοηθήσεις να κάνουµε µε τη φλόγα του σταυρούς στα παράθυρα στις πόρτες. Οι καταραµένοι φοβούνται τον Σταυρό και δεν τολµούνε να πλησιάσουν. Εσύ, Γιαννάκη, πήγαινε στην αποθήκη και φέρε χοντρά κούτσουρα για το τζάκι. Φέρε κι από τ’ αγκάθια που έχουµε για προσάναµµα. Οι Καλ’κατζάρ’ φοβούνται τη φωτιά, γι’ αυτό όλη τη νύχτα θα πρέπει να καίει στη γωνιά. Με τ’ αγκάθια θα κλείσουµε τις τρύπες και τις χαραµάδες του σπιτιού, καθώς και τα στόµατα (13) στα κιούπια ,τις στάµνες και στα κουµάρια. Είναι γυµνοί και τρέµουνε να περάσουν από τ’ αγκάθια. Και σαν τα τελέψεις αυτά, πάρε τ’ αδράχτι κι έλα να τυλίξουµε γύρω το σπίτι µε την κλωστή, να τη βλέπουν ,να φοβούνται µην πιαστούν, και να ξεµακραίνουν από το σπίτι. Φέρε και στάχτη να ρίξουµε στα θεµέλια, να βλέπουν πως δεν υπάρχει στο σπίτι µέσα στάχτη να τη σκορπίσουν. Προτού βασιλέψει ο ήλιος, να θυµηθείτε να θυµιάσουµε καλά το σπίτι µέσα κι έξω. Να κάψουµε και κανένα λάστιχο, γιατί φοβούνται τις µυρουδιές και δεν κοντεύουν. Αφού είπε αυτά η γιαγιά Γιωργούλα, πήγε µέσα στο σπίτι, πήρε τα λανάρια (14) της ,στάθηκε στη µέση της αυλής ,άρχισε να λαναρίζει και µε δυνατή φωνή να λέει και να ξαναλέει : Τράκα – τράκα (15)τα λανάρια, φέρτη µοι τρίγια πουδάρια(16) να τα ρίξου µες στα π’γάδια… - Τι είναι αυτά που λες, γιαγιά ; ρωτούσαµε χωρίς να καταλαβαίνουµε τίποτα απ’ αυτά που έλεγε κι έκανε η γιαγιά. Μα η γιαγιά Γιωργούλα δεν ήθελε ή δεν µπορούσε και η ίδια να τα εξηγήσει…Μόνο σαν µπήκαµε πια στο σπίτι κι έκλεισε καλά τις πόρτες και τα παράθυρα, συµπλήρωσε : - Οι Καλ’κατζάρ’ , παιδιά µου, έρχονται στον Απάνω Κόσµο την παραµονή των Χριστουγέννων και φεύγουν την παραµονή των Φώτων µε τον πρώτο Αγιασµό που κάνει ο παπάς. Τρέµουνε τη βρεχτούρα του και την αγιαστούρα του και άµα τον δούνε τον παπά παίρνουνε ποδάρι ξεφωνίζοντας τροµαγµένοι : - Τρέξητη να τρέξουµη τσι έρχητι η ζουρλόπαπας µη την αγιαστούρα του τσι µη τη βρηχτούρα του… Τσακίζονται και πάνε πάλι στην πίσσα και στον πειρασµό. Κι από το κακό τους, που αφήσανε τον Απάνω Κόσµο, αρχίζουν πάλι να ροκανίζουν τις τρεις κολόνες που στηρίζουν τον Απάνω Κόσµο. Αυτά είπε η γιαγιά Γιωργούλα και σώπασε .Πήρε ύστερα το κόσκινο, το κρέµασε πίσω από την κλειδαρότρυπα, να βλέπει τις τρύπες ο βελζεβούλης, να κάθεται να τις µετρά, να µπερδεύεται, να ξαναρχίζει να ξαναµετρά και να τα ξαναχάνει, ώσπου να λαλήσει ο πρώτος πετεινός, να πάρει δρόµο και να χαθεί στ’ ανάθεµα του Θεού…
Γλωσσάρι 1.το ∆ωδεκαήµερο : Οι 12 µέρες από την παραµονή των Χριστουγέννων µέχρι την παραµονή των Φώτων. 2.ο π’σσόκουλος και π’σσόσκατους : Αυτός που έχει κώλο µαύρο σαν την πίσσα, που βράζει µέσα στην πίσσα στην κόλαση, ο σατανάς. 3. ο ζερζεβούλης και βελζεβούλης : γιος του βιβλικού Βεελζεβούλ, αρχηγού των διαβόλων. 4. έρτην : έρθουν . 5. το χοντρό αλάτι, όταν σκάει πάνω στη φωτιά ,κάνει κρότο, που τροµάζει τους Καλικάντζαρους. 6. οι µαγαρισµένοι : µιαροί, βρώµικοι, µολυσµένοι. 7. µαγαρίζω : βρωµίζω, µολύνω. 8. το κιούπι : το πιθάρι. 9. το κουµάρι : πήλινο σταµνί. 10. έχω στο µάτι : εχθρεύοµαι, µισώ. 11.το Σκοτεινό Λαγκάδι : τοπωνύµιο. Ανήλιαγο Λαγκάδι . 12. να τους χορέψω: να τους δείξω εγώ, να µάθουν… 13.το στόµα : στόµιο . 14. το λανάρι : χειροκίνητο εργαλείο για το λανάρισµα του µαλλιού των προβάτων. 15. τράκα-τράκα : ο θόρυβος που κάνουν τα λανάρια στο λανάρισµα. 16 .τρία ποδάρια : ίσως υπονοεί τις τρεις κολόνες ,που στηρίζουν τη γη .

ΤΟΥ ΠΟΥΔΑΡ' ΚΟ


Του πουδαρ'κό

Του Γιώργου Αλβανού


Αποτέλεσμα εικόνας για ποδαρικο πρωτοχρονιασ

Καλή µέρα τσι τ' Αγιου Βασ'λειού Γεια, χαρά τσι γηρουσύν' (1) ούλου µάλαµα τσι ασήµ' Σίδηρου απάνου, σίδηρου κάτου σίδηρου τσι γοι ανθρώπ' που 'νι µέσα. Στάρια πουλλά, καθάρια πουλά, ιλιές πουλλές. Σα που 'νι του ρόδ' γιµάτου , να 'νι τσι του σπίτ' γιµάτου. Σα που βαρεί του σίδηρου, να 'νι βαριά τσι τ' πατέρα µ' η κισέ...(2) Τα λόγια στριφογύριζαν επίµονα στο µυαλό του δεκάχρονου αγοριού, όλη τη νύχτα της παραµονής της Πρωτοχρονιάς και δεν τον άφηναν να κλείσει µάτι. Έπρεπε να σηκωθεί χαράµατα, να πάει να φέρει «τ' αµιλ'του του νιρό» (3) και να κάνει και το «πουδαρ'κό» του σπιτιού. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι δα και µικρό πράµα! Σ' αυτόν είχε πέσει η δραχµή στο κόψιµο της βασιλόπιτας και σίγουρα αυτός ήταν ο πιο τυχερός του σπιτιού. Στο δικό του ποδαρικό στήριζε τις ελπίδες της για µια καλή χρονιά ολόκληρη η οικογένεια. Η υγεία όλων, οι δουλειές του πατέρα, το κάρπισµα των χωραφιών κρίνονταν από το πόσο γούρικο θα 'ταν το ποδαρικό του. Όχι, να µην πάει τίποτα καλά, και να σου λένε ύστερα πως εσύ ήσουν ο γουρσούζης... Με τέτοια έγνοια είναι δυνατό να κλείσει µάτι; Σηκώθηκε µόνος, από τα µαύρα µεσάνυχτα, χωρίς να περιµένει να τον φωνάξει η µάνα, όπως γινόταν κάθε πρωί, µόλις χτυπούσε η καµπάνα για το σχολειό. Κατέβηκε στο κατεβατό. (4) Μέσα στη γωνιά (5) το δισκάκι. µε το ποτήρι το κονιάκ, την «πλατσέντα» (6) και τα «κουρµάδια» (7) ήταν απείραχτα. ΟΑι - Βασίλης δε θα 'ρθε για να κεραστεί. Γι αυτό δε θα 'πρεπε να ξεχάσει να πάρει µαζί του το κοµµάτι της βασιλόπιτας, που είχε ξεχωρίσει ο πατέρας για τον Άγιο, και να το αφήσει πάνω στη βρύση, τώρα που θα πήγαινε να φέρει το αµίλητο νερό. Πήρε «του κµάρ'» (8) και πήγε να ξεµανταλώσει την πόρτα. Στο σίδερο (9) κρεµόταν ο «τρουβάς», γεµάτος µε τα χρειαζούµενα για το ποδαρικό. Έσφιξε καλά τα χείλη, µην τυχόν κι άθελα του µιλήσει σε κανέναν στο δρόµο, κι άνοιξε την πόρτα. Σα γύρισε οι άλλοι είχαν ξυπνήσει, µα δεν είχαν σηκωθεί ακόµα από το στρώµα, περίµεναν να κάνει πρώτα το ποδαρικό. Ξεκρέµασε από το σίδερο της πόρτας τον τρουβά και µε συγκίνηση και σοβαρότητα, ανάλογη µε την επισηµότητα της στιγµής, ο µικρός τελετουργός άρχισε τη µεγάλη ιεροτελεστία του ποδαρικού. Πρώτο βγάζει το σφυρί από τον τρουβά και ρίχνοντας το στο πάτωµα φωνάζει µε φωνή όσο γίνεται πιο στέρεα και καθάρια την αντίστοιχη ευχή: «Σίδηρου πάνου, σίδηρου κάτου, σίδηρου τσι γοι ανθρώπ' που 'νι µέσα...». Ακολουθεί το ψωµί, ολοστρόγγυλο καρβέλι: «Στάρια πουλλά, κθάρια πουλά, ψουµιά πουλλά...», το ρόδι: «σα πού 'νι του ρόδ' γιµάτου, να 'νι τσι του σπίτ' γιµάτου», το κλαδί της ελιάς: «ιλιες πουλλές», η πέτρα: «σα που τσ'λα η πέτρα να τσ'λήσ' η χρόνους..». Με την τελευταία ευχή βγάζει στεναγµό ανακούφισης. Τα είπε όλα χωρίς τίποτα να ξεχάσει! Ακούει τις ευχές των άλλων: «τσι τ' χρόν', γιε µ'», και σκέφτεται πως τούτη τη χρονιά σίγουρα θα 'ναι πιο ευτυχισµένη από τις άλλες! Το ποδαρικό του ήταν καλό. Η νονά του -του Βασ'λούδ' -είχε να το λέει και κάθε Πρωτοχρονιά δεν ξεµαντάλωνε την πόρτα, αν δεν πήγαινε πρώτα εκείνος να κάνει το ποδαρικό στο σπίτι της. Ακόµα προχτές, που πήγε να φιλήσει το χέρι της για να µεταλάβει (10) του φώναζε µέχρι την πόρτα: «Τ' Αγιου Βασλειού να µη ξίχάεις νάρτ'ς για του πουδαρ'κό...». Χαρούµενος, άρπαξε µ' ανάλαφρη καρδιά «τ' φούσκα» από «του µνούχου», που είχαν σφάξει, και, πήρε δρόµο, για την εκκλησία, να προλάβει να «φορέσ'». Σήµερα θα πήγαινε µονάχος, η αδερφή του -κοπέλα πια δεκαοκτώ χρονών- , που τον κρατούσε κάθε Κυριακή από το χέρι και πήγαιναν µαζί στην εκκλησία, σήµερα δεν θα ερχόταν. Εκείνη είχε τις δικές της έγνοιες. Από τα χτες το βράδυ, την ώρα που οι άντρες του σπιτιού έλειπαν στα καφενεία κι έπαιζαν πλακάκια και τριάντα ένα, µελέτησε µε το φύλλο της ελιάς αν θα της έκαναν εφέτος το ποδαρικό. Σάλιωσε το φύλλο, το έριξε πάνω στα τραβηγµένα και µουρµούρισε: «Άµα 'νι να ρθει, να πδήξ' 'τσι να βρουντήξ. Άµα δεν είνι να ρθει, να ψ'τεί να µαραθεί τσι στου φούρνου να καγεί» Και το φύλλο φούσκωσε, πήδηξε και βρόντηξε πάνω στην πυρωµένη στάχτη, σηµάδι ολοφάνερο πως θα της έκαναν το ποδαρικό. Μια φορά το χρόνο είναι αυτή. Το «κουπελάρ' σ'» (11) µπορεί να ρθει µέσα στο ίδιο σου το σπίτι, να του µιλήσεις ξέφοβα, να το κεράσεις µε τα ίδια σου τα χέρια. Κανείς δεν µπορεί να σε κακολογήσει. Σήµερα η πόρτα είναι ανοιχτή ακόµα και στον εχθρό σου.... Εβδοµάδες ολόκληρες ζούσε µε την προσµονή τούτης της ώρας. Στόλισε τους ντενεκέδες µε τη φακή, το βίκο και τα κουκιά. Όλο το Σαραντάµερο τους πότιζε και τους φύλαγε στην πιο σκοτεινή γωνιά του σπιτιού και τώρα τους καµάρίκτνε µε τα ασπροκίτρινα φυλλαράκια τους. Κρέµασε τις φωτογραφίες κοντά στον καθρέφτη. Από το καλοκαίρι µάζευε φύλλα από αγριολούλουδα, που τα 'ντύσε µε χρυσόχαρτα, για να πλουµίσει τα κάδρα τους. Έβαλε στον καναπέ τα πιο καλά µαξιλάρια, στο δίσκο τον ακριβότερο µαστραπά (12). Όλα είναι έτοιµα. Τα φώτα στην αγορά χαµηλώνουν, τα µαγαζιά κλείνουν. Στα γειτονικά σπίτια ακούονται κιόλας οι πρώτες παρέες: «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία..» ; Ευχές δίνουν και παίρνουν. Οι λάµπες πλησιάζουν στα παράθυρα, για να φέξουν το δρόµο. " Η µια παρέα φεύγει, ή άλλη έρχεται. Σήµερα το σπίτι είναι ανοιχτό, ακόµα καί για τον εχθρό σου... βέβαια µέχρι που να έρθει το «πρόσωπο» γιατί ύστερα πέφτει µανίάλι (13). Αραδιασµένα τα παλικάρια στον καναπέ, µέσα στην καλή κάµαφα, λένε τον Άι-Βασίλη: .....Και το ραβδί ήταν ξερό, χλωρά βλαστάρια πέτα. - ροδοκόκκινη βιολέτα – κι απάνω στα βλαστάρια της πέρδικες κελαηδούσαν δεν ήταν µόνο πέρδικες, µον' και περιστόράκια, -µαύρα µου γλυκά µατάκια-... Πόσο αλλιώτικο νόηµα παίρνουν τα λόγια στο στόµα των παλικαριών! σκέφτηκε η κοπέλα. Γιατί αυτή σίγουρα είναι η πέρδικα, η κόκκινη βιολέτα, τα περιστεράρα, τα µαύρα γλυκά µατάκια Αυτή βέβαια έπρεπε να πάρει το δίσκο και να κεράσει, αφού τα παλικάρια τραγουδούν: Έχεις µια κόρη όµορφη βάλε την να κεντήσει κι απά στα πέντε δάκτυλα ποτήρι να γυρίσει... Και καθώς µε τρεµάµενα χέρια κερνά τα παλικάρια, σκέφτεται πως ναι, µπορεί το τραγούδι να λέει: Έχεις µια κόρη όµορφη γραµµατικός τη θέλει. Αν είναι και γραµµατικός πολλά προικιά γυρεύει, γυρεύει αµπέλια ατρύγητα, χωράφια µε τα στάχυα, γυρεύει και τη Βενετία, µ' όλα της τα παλάτια.. Μα το δικό της «κουπελάρ'» δεν είναι γραµµατικός και δε γυρεύει αµπέλια και χωράφια, παρά µονάχα εκείνη και την ευχή των γονιών της. Ποιος ξέρει... Το ποδαρικό µπορεί να ήταν καλό... Ο Αι - Βασίλης έφερνε -τότε- σ' όλους την ευτυχία....

Γλωσσάρι 1. δύναµη, ευρωστία. 2. το πουγγί. 3. χωρίς να µιλήσει σε κανέναν. 4. ισόγειο δωµάτιο. 5. τζάκι. 6. δίπλες. 7. µελοµακάρονα. 8. πήλινο σταµνί. 9. µάνταλο. 10. τα παιδιά προτού κοινωνήσουν φιλούσαν το χέρι των µεγάλων. Αυτοί έδιναν φιλοδωρήµατα. 11. το αγόρι, ο αγαπηµένος. 1.2. είδος κανάτας. 13. κλειδώνεται η πόρτα.