Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΙΩΡΓΑΝΤΙΔΗΣ
Ο γιατρός του χωριού μας
Είναι σίγουρα μεγάλη η συναίσθηση ευθύνης , όταν καλείσαι να διαδεχτείς σε μια θέση κάποιον, που διαθέτει αξιόλογες οικογενειακές, κοινωνικές και επαγγελματικές περγαμηνές .Όταν αυτός έχει κερδίσει την αποδοχή, την εκτίμηση και τον σεβασμό του κοινωνικού του περίγυρου .Όταν μάλιστα συμβαίνει ο προκάτοχος αυτός να είναι ο πατέρας σου. Θα πρέπει τότε να επαληθεύσεις το « άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρωνες» , να ικανοποιήσεις την απαίτηση και φιλοδοξία τα παιδιά να γίνονται καλύτερα από τους γονείς τους. Σίγουρα έτσι θα ένοιωθε ο Αντώνης Γεωργαντίδης, όταν , αφού τέλειωσε τις σπουδές του το 1936 στην Ιατρική Σχολή Αθηνών , δυο χρόνια αργότερα ,το 1938 σε ηλικία 25 ετών , ερχόταν στα Βασιλικά να διαδεχτεί τον πατέρα του γιατρό Χαράλαμπο Γεωργαντίδη.
Ο Χαράλαμπος Γιωργαντίδης ήταν ο γιατρός του χωριού δεκαετίες ολόκληρες. Από εύπορη οικογένεια , λαμπρός οικογενειάρχης ο ίδιος, γιατρός και φαρμακοποιός συνάμα – η «σπετσαρία» ( φαρμακείο ) του βρισκόταν στο ισόγειο του αρχοντικού του - άλλοτε πρόεδρος
της Κοινότητας και άλλοτε μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Ντυμένος πάντα άψογα (κουστούμι, γιλέκο , γραβάτα , καπέλο, μπαστούνι), με ένα γαρίφαλο μόνιμα καρφωμένο στο πέτο του σακακιού του. Αρχοντικό παρουσιαστικό ,αναγνωρισμένος επιστήμονας , ενέπνεε το σεβασμό και μόνο με την εμφάνισή του . Δεν πρόλαβε ο Αντώνης να φορέσει την άσπρη μπλούζα του γιατρού και κλήθηκε να την αλλάξει με το τιμημένο χακί του Έλληνα φαντάρου στον πόλεμο του ’40. Και ύστερα στα μαύρα χρόνια της Κατοχής γιατρός των πεινασμένων και βυθισμένων στη στέρηση και στη φτώχια συγχωριανών του . Πώς να γιατρέψεις τον άρρωστο, όταν τα φάρμακα και κάθε υγειονομικό υλικό είναι ανύπαρκτα; Έτρεχε ο γιατρός από σπίτι σε σπίτι να αναπληρώσει την έλλειψη των φαρμάκων με τη συμπαράστασή του στον άρρωστο, με τις ιατρικές συμβουλές του, με την καλοσύνη και την ανθρωπιά του. Εξαντλούσε κάθε δυνατότητα να εξασφαλίσει κάποιο φάρμακο για τους βαριά άρρωστους. Ένας από τους συγχωριανούς του έτυχε κείνα τα χρόνια ν’ αρρωστήσει από βαριάς μορφής μηνιγγίτιδα. Φτωχός φαμελίτης , με πέντε παιδιά. Ο γιατρός βρισκόταν μέρα και νύχτα στο προσκεφάλι του . Μα δεν αρκούσε η καθημερινή παρουσία του . Χρειάζονταν φάρμακα , αλλιώς ο άρρωστος ήταν καταδικασμένος. Ήρθε σε συνεννόηση με ανθρώπους του Ε.Α.Μ., που κατόρθωσαν να τα κλέψουν από τους Γερμανούς, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους και τη δική του ζωή. Με το μουλάρι νύχτα πήγε και ήρθε στη Μυτιλήνη συγγενής του ασθενή κι έφερε τα φάρμακα και σώθηκε ο άρρωστος. Που σαν έγινε καλά , έσφαξε ένα αρνάκι, το κουβάλησε στον ώμο του και το πήγε δώρο στον γιατρό να του φιλήσει τα χέρια, που του έσωσε τη ζωή , μια και ποτέ δεν έπαιρνε ούτε δεκάρα για αμοιβή από ασθενή του.
Ξαναφόρεσε το χακί, με μαύρη όμως τούτη τη φορά καρδιά, στην περίοδο του εμφύλιου , το 1948. Όταν αποστρατεύτηκε , παντρεύτηκε ( 1950) τη συγχωριανή του Φωτούλα , κόρη του
υριάκου και της Ευσεβίας Αντωνέλλη. Ευτύχησε να καμαρώσει τα δυο του παιδιά, την Ευσεβία , φιλόλογο και σύζυγο του διάσημου καρδιοχειρουργού συντοπίτη μας Στρατή Παττακού, και τον Χαράλαμπο, υπάλληλο της <.Ε.Η. , καθώς και τα εγγόνια του, εκκολαπτόμενους επιστήμονες.
Καβάλα στο γαϊδουράκι του με το κεντητό καρπετί στο σαμάρι, με το μαύρο παρασόλι ανοιχτό καλοκαίρι – χειμώνα , για ήλιο και βροχή , ανεβοκατέβαινε από τα Βασιλικά στο Λισβόρι ,πολλές φορές και στη Βρίσα και στον Πολιχνίτο – σαν τύχαινε να απουσιάζει για κάποιο λόγο ο τοπικός γιατρός - , να τους προλάβει όλους , να μην αφήσει άρρωστο αβοήθητο. Και πολύ αργότερα , όταν πια το Ι. Χ. έγινε απαραίτητο για τον καθένα , αποφάσισε να πάρει κι αυτός αυτοκίνητο. Και τότε καλύτερα να μη σου τύχαινε να πηγαίνει αυτός μπροστά και συ να οδηγείς πίσω του. Γρηγορότερα πήγαινε με τον γάιδαρο , παρά με το αυτοκίνητο. Το ήξερε κι εκείνος, γελούσε κι έλεγε : « Ε, τι να κάνουμε, γέρος γάιδαρος περπατησιά δε μαθαίνει.»
Δε φόραγε πάντα κουστούμι και γραβάτα ο γιατρός Αντώνης Γεωργαντίδης. Τον θυμάμαι με το ανοιχτό πουκάμισο με ανασκουμπωμένα τα μανίκια , με τα ίσια καλοχτενισμένα μαλλιά , μετο ελαφρό –λίγο ειρωνικό μειδίαμά του. Με την πνευματώδη ομιλία του, τη βασιλικιώτικη χιουμοριστική διάθεσή του. Να παίζει πρέφα στον καφενέ του Γιαννακού του Σοφού με τον Παναγιώτη Αντωνέλλη ( Κακάο), τον Νίκο Αλβανό ( Πελεκάνο ) και άλλους συγχωριανούς του. Άνθρωπος με δημοκρατικές αντιλήψεις , δε σήκωσε ποτέ μύτη, δεν περηφανεύτηκε για την καταγωγή ,τη θέση ή το επάγγελμά του. Δεν κοίταξε ποτέ κανέναν αφ’ υψηλού.
Κατάφερνε ωστόσο να εμπνέει σε όλους τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη , την εκτίμηση και την αγάπη στο πρόσωπό του. Με την ευσυνειδησία, την ακεραιότητα, την αφιλοκέρδεια και την ανθρωπιά του. Τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν όλοι όχι μονάχα σαν επιστήμονα και γιατρό, αλλά σαν ένα δικό τους άνθρωπο , σαν φίλο κι αδελφό. Κάτι που πολύ λίγοι μπορούν και το πετυχαίνουν.
Δεν ήταν απλά ο γιατρός. Ήταν ο γιατρός μας . Σαράντα χρόνια προσφοράς στο χωριό. Γιατρός - καλός Σαμαρείτης. Και όταν ακόμα αποσύρθηκε ως συνταξιούχος από την υπηρεσία, οι χωριανοί δεν έπαψαν να του δείχνουν την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους και να ζητούν τη γνώμη του όπου τον συναντούσαν , στο καφενείο , στο δρόμο, στο σπίτι του.
Μας άφησε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή στις 17 Ιουλίου 1998. Όσοι τον γνώρισαν, δεν τον ξεχνούν. Ταιριάζει γι’ αυτόν σε ελεύθερη απόδοση , ένα απόσπασμα από γνωστό αρχαίο επιτύμβιο επίγραμμα :
« Ο τάφος τέτοιων ανθρώπων είναι βωμός κι αντίς για θρήνους έχουν τη θύμησή μας . Και γίνεται η λύπη μας γι’ αυτούς έπαινός τους. Και τέτοιο σάβανο μήτε η μούχλα μήτε ο χρόνος ,που όλα τα δαμάζει , μπορούν να το λεκιάσουν.» Θα ζεις στη μνήμη μας ,γιατρέ μας , Αντώνη Γεωργαντίδη …
Είναι σίγουρα μεγάλη η συναίσθηση ευθύνης , όταν καλείσαι να διαδεχτείς σε μια θέση κάποιον, που διαθέτει αξιόλογες οικογενειακές, κοινωνικές και επαγγελματικές περγαμηνές .Όταν αυτός έχει κερδίσει την αποδοχή, την εκτίμηση και τον σεβασμό του κοινωνικού του περίγυρου .Όταν μάλιστα συμβαίνει ο προκάτοχος αυτός να είναι ο πατέρας σου. Θα πρέπει τότε να επαληθεύσεις το « άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρωνες» , να ικανοποιήσεις την απαίτηση και φιλοδοξία τα παιδιά να γίνονται καλύτερα από τους γονείς τους. Σίγουρα έτσι θα ένοιωθε ο Αντώνης Γεωργαντίδης, όταν , αφού τέλειωσε τις σπουδές του το 1936 στην Ιατρική Σχολή Αθηνών , δυο χρόνια αργότερα ,το 1938 σε ηλικία 25 ετών , ερχόταν στα Βασιλικά να διαδεχτεί τον πατέρα του γιατρό Χαράλαμπο Γεωργαντίδη.
Ο Χαράλαμπος Γιωργαντίδης ήταν ο γιατρός του χωριού δεκαετίες ολόκληρες. Από εύπορη οικογένεια , λαμπρός οικογενειάρχης ο ίδιος, γιατρός και φαρμακοποιός συνάμα – η «σπετσαρία» ( φαρμακείο ) του βρισκόταν στο ισόγειο του αρχοντικού του - άλλοτε πρόεδρος
της Κοινότητας και άλλοτε μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Ντυμένος πάντα άψογα (κουστούμι, γιλέκο , γραβάτα , καπέλο, μπαστούνι), με ένα γαρίφαλο μόνιμα καρφωμένο στο πέτο του σακακιού του. Αρχοντικό παρουσιαστικό ,αναγνωρισμένος επιστήμονας , ενέπνεε το σεβασμό και μόνο με την εμφάνισή του . Δεν πρόλαβε ο Αντώνης να φορέσει την άσπρη μπλούζα του γιατρού και κλήθηκε να την αλλάξει με το τιμημένο χακί του Έλληνα φαντάρου στον πόλεμο του ’40. Και ύστερα στα μαύρα χρόνια της Κατοχής γιατρός των πεινασμένων και βυθισμένων στη στέρηση και στη φτώχια συγχωριανών του . Πώς να γιατρέψεις τον άρρωστο, όταν τα φάρμακα και κάθε υγειονομικό υλικό είναι ανύπαρκτα; Έτρεχε ο γιατρός από σπίτι σε σπίτι να αναπληρώσει την έλλειψη των φαρμάκων με τη συμπαράστασή του στον άρρωστο, με τις ιατρικές συμβουλές του, με την καλοσύνη και την ανθρωπιά του. Εξαντλούσε κάθε δυνατότητα να εξασφαλίσει κάποιο φάρμακο για τους βαριά άρρωστους. Ένας από τους συγχωριανούς του έτυχε κείνα τα χρόνια ν’ αρρωστήσει από βαριάς μορφής μηνιγγίτιδα. Φτωχός φαμελίτης , με πέντε παιδιά. Ο γιατρός βρισκόταν μέρα και νύχτα στο προσκεφάλι του . Μα δεν αρκούσε η καθημερινή παρουσία του . Χρειάζονταν φάρμακα , αλλιώς ο άρρωστος ήταν καταδικασμένος. Ήρθε σε συνεννόηση με ανθρώπους του Ε.Α.Μ., που κατόρθωσαν να τα κλέψουν από τους Γερμανούς, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους και τη δική του ζωή. Με το μουλάρι νύχτα πήγε και ήρθε στη Μυτιλήνη συγγενής του ασθενή κι έφερε τα φάρμακα και σώθηκε ο άρρωστος. Που σαν έγινε καλά , έσφαξε ένα αρνάκι, το κουβάλησε στον ώμο του και το πήγε δώρο στον γιατρό να του φιλήσει τα χέρια, που του έσωσε τη ζωή , μια και ποτέ δεν έπαιρνε ούτε δεκάρα για αμοιβή από ασθενή του.
Ξαναφόρεσε το χακί, με μαύρη όμως τούτη τη φορά καρδιά, στην περίοδο του εμφύλιου , το 1948. Όταν αποστρατεύτηκε , παντρεύτηκε ( 1950) τη συγχωριανή του Φωτούλα , κόρη του
υριάκου και της Ευσεβίας Αντωνέλλη. Ευτύχησε να καμαρώσει τα δυο του παιδιά, την Ευσεβία , φιλόλογο και σύζυγο του διάσημου καρδιοχειρουργού συντοπίτη μας Στρατή Παττακού, και τον Χαράλαμπο, υπάλληλο της <.Ε.Η. , καθώς και τα εγγόνια του, εκκολαπτόμενους επιστήμονες.
Καβάλα στο γαϊδουράκι του με το κεντητό καρπετί στο σαμάρι, με το μαύρο παρασόλι ανοιχτό καλοκαίρι – χειμώνα , για ήλιο και βροχή , ανεβοκατέβαινε από τα Βασιλικά στο Λισβόρι ,πολλές φορές και στη Βρίσα και στον Πολιχνίτο – σαν τύχαινε να απουσιάζει για κάποιο λόγο ο τοπικός γιατρός - , να τους προλάβει όλους , να μην αφήσει άρρωστο αβοήθητο. Και πολύ αργότερα , όταν πια το Ι. Χ. έγινε απαραίτητο για τον καθένα , αποφάσισε να πάρει κι αυτός αυτοκίνητο. Και τότε καλύτερα να μη σου τύχαινε να πηγαίνει αυτός μπροστά και συ να οδηγείς πίσω του. Γρηγορότερα πήγαινε με τον γάιδαρο , παρά με το αυτοκίνητο. Το ήξερε κι εκείνος, γελούσε κι έλεγε : « Ε, τι να κάνουμε, γέρος γάιδαρος περπατησιά δε μαθαίνει.»
Δε φόραγε πάντα κουστούμι και γραβάτα ο γιατρός Αντώνης Γεωργαντίδης. Τον θυμάμαι με το ανοιχτό πουκάμισο με ανασκουμπωμένα τα μανίκια , με τα ίσια καλοχτενισμένα μαλλιά , μετο ελαφρό –λίγο ειρωνικό μειδίαμά του. Με την πνευματώδη ομιλία του, τη βασιλικιώτικη χιουμοριστική διάθεσή του. Να παίζει πρέφα στον καφενέ του Γιαννακού του Σοφού με τον Παναγιώτη Αντωνέλλη ( Κακάο), τον Νίκο Αλβανό ( Πελεκάνο ) και άλλους συγχωριανούς του. Άνθρωπος με δημοκρατικές αντιλήψεις , δε σήκωσε ποτέ μύτη, δεν περηφανεύτηκε για την καταγωγή ,τη θέση ή το επάγγελμά του. Δεν κοίταξε ποτέ κανέναν αφ’ υψηλού.
Κατάφερνε ωστόσο να εμπνέει σε όλους τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη , την εκτίμηση και την αγάπη στο πρόσωπό του. Με την ευσυνειδησία, την ακεραιότητα, την αφιλοκέρδεια και την ανθρωπιά του. Τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν όλοι όχι μονάχα σαν επιστήμονα και γιατρό, αλλά σαν ένα δικό τους άνθρωπο , σαν φίλο κι αδελφό. Κάτι που πολύ λίγοι μπορούν και το πετυχαίνουν.
Δεν ήταν απλά ο γιατρός. Ήταν ο γιατρός μας . Σαράντα χρόνια προσφοράς στο χωριό. Γιατρός - καλός Σαμαρείτης. Και όταν ακόμα αποσύρθηκε ως συνταξιούχος από την υπηρεσία, οι χωριανοί δεν έπαψαν να του δείχνουν την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους και να ζητούν τη γνώμη του όπου τον συναντούσαν , στο καφενείο , στο δρόμο, στο σπίτι του.
Μας άφησε για το ταξίδι χωρίς επιστροφή στις 17 Ιουλίου 1998. Όσοι τον γνώρισαν, δεν τον ξεχνούν. Ταιριάζει γι’ αυτόν σε ελεύθερη απόδοση , ένα απόσπασμα από γνωστό αρχαίο επιτύμβιο επίγραμμα :
« Ο τάφος τέτοιων ανθρώπων είναι βωμός κι αντίς για θρήνους έχουν τη θύμησή μας . Και γίνεται η λύπη μας γι’ αυτούς έπαινός τους. Και τέτοιο σάβανο μήτε η μούχλα μήτε ο χρόνος ,που όλα τα δαμάζει , μπορούν να το λεκιάσουν.» Θα ζεις στη μνήμη μας ,γιατρέ μας , Αντώνη Γεωργαντίδη …
Γιώργος Αλβανός.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥΤΟ ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ site; www.vasilika-lesvou.gr
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

ΠΡΟΔΡΟΜΕΙΑ 2009
23 - 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Πανηγυρίζει το Σαββάτο 29-Αυγούστου 2009, ο Ιερός Ναός Τιμ. Προδρόμου Λισβορίου, επί τη εορτή της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου.
Αφ’ εσπέρας, ημέρα Παρασκευή και ώρα 7η μ. μ, θα τελεσθεί ο Μέγας Πανηγυρικός εσπερινός.
Την επομένη, ημέρα Σαββάτο και κυριώνυμη ημέρα της εορτής, τελείται ο πανηγυρικός Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία.
Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμβάνει χώρα, μεγαλοπρεπής λιτάνευση της εικόνος του Προδρόμου, στο χωριό, καθώς και τεμαχίου Τιμίου λειψάνου, που φυλάσσουμε στο Ναό μας με τις δέουσες τιμές.
Οι εκδηλώσεις κατακλείονται με την ευλογία και διανομή στους προσκυνητές ντόπιου παραδοσιακού φαγητού, «ρεβυθάδα».
Αφ’ εσπέρας, ημέρα Παρασκευή και ώρα 7η μ. μ, θα τελεσθεί ο Μέγας Πανηγυρικός εσπερινός.
Την επομένη, ημέρα Σαββάτο και κυριώνυμη ημέρα της εορτής, τελείται ο πανηγυρικός Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία.
Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμβάνει χώρα, μεγαλοπρεπής λιτάνευση της εικόνος του Προδρόμου, στο χωριό, καθώς και τεμαχίου Τιμίου λειψάνου, που φυλάσσουμε στο Ναό μας με τις δέουσες τιμές.
Οι εκδηλώσεις κατακλείονται με την ευλογία και διανομή στους προσκυνητές ντόπιου παραδοσιακού φαγητού, «ρεβυθάδα».

…………………………………………...........
Το εκκλησιαστικό συμβούλιο της ενορίας μας, προσπαθώντας να δώσει ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα στην πανήγυρη του χωριού μας, διοργανώνει και φέτος – για πέμπτη χρονιά - διάφορες εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, επί μία εβδομάδα, πριν από την πανήγυρη του Ναού μας, με την ονομασία «ΠΡΟΔΡΟΜΕΙΑ». Θα χαρούμε πολύ με την παρουσία σας.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ 23- 8-2009
Ø Ο όρθρος και Θεία Λειτουργία επί τη αποδόσει της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ø Ετήσιο κτητορικό Μνημόσυνο, των κτητόρων, ευεργετών και δωρητών του Ναού μας.
ΤΡΙΤΗ 25-8-2009
Ø Ιερά αγρυπνία επί τη εορτή της ενορία μας. (10μ. μ. - 1,30 π. μ.).
ΤΕΤΑΡΤΗ 26-8-2009
Ø Μέγας πωνηγυρικός Εσπερινός στο παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου. (7μ.μ).
ΠΕΜΠΤΗ 27-8-2009
Ø Όρθρος και Θεία Λειτουργία στο παρεκκλήσι «ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ».
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28-8-2009
Ø Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός επί τη Πανηγύρει του Ναού μας. (7Η μ. μ).
ΣΑΒΒΑΤΟ 29-8-2009
Ø Όρθρος – Θεία Λειτουργία – Λιτάνευση της ιεράς εικόνος και τεμαχίου Λειψάνου του Τιμίου Προδρόμου, μετά πάσης λαμπρότητος.
Ø Ευλογία – διανομή «ΡΕΒΥΘΑΔΑΣ»
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
ΘΕΡΜΟΠΗΓΕΣ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ
ΘΕΡΜΟΠΗΓΕΣ «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ» ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ
«Η Λέσβος ηφαιστιογενής ούσα καθ’ όλην σχεδόν την έκτασιν αυτής έσχε το πλεονέκτημα, της κατά την τριτογενή περίοδον εντόνως λειτουγούσηςηφαιστείου ενεργείας και γενικότερον των ενδογενών, να πλουτισθή με πλήθος ιαματικών πηγων, διαφόρων χημικών συνθέσεων και θερμοκρασιών, εγκατεστημένων εις όλα τα σημεία αυτής, πλησίον της Μυτιλήνης και μακράν αυτής…
Περί της σπουδαιότητος των ιαματικών πηγών, κατά τον Γερμανόν Xaverius Landerer, όστις επεσκέφθη την Λέσβον το 1845 και εμελέτησε τα ιαματικά ύδατα αυτής, ο Γαληνός ποιείται εύφημον μνείαν περί τούτων. Αλλά και ο Εφέσιος ιατροφιλόσοφος και βοτανικός Θεόφραστος και ο Αριστείδης Αίλιος, αναφέρουν περί της σπουδαιότητος των ιαματικών πηγών της Λέσβου»[1].
Και το Λισβόρι είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις θερμοπηγές του.
Ιαματικέ πηγές στην περιοχή «Άγιος Ιωάννης (Θεολόγος), Λισβορίου από όπου έχουν πάρει και το όνομά τους και είναι γνωστές και καταγραμμένες σαν θερμοπηγές ‘Αγίου Ιωάννου» Λισβορίου.
Η πρόσβαση σ’ αυτές μπορεί να γίνει από διάφορες μεριές του χωριού ο κύριος όμως δρόμος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει ασφαλτοστρωθεί, ξεκινά μπροστά από την εκκλησιά του χωριού, συνεχίζει λίγο κατηφορικά μπροστά από το κοιμητήριο, και συνεχίζει στις θερμοπηγές.
Παράδρομοι που ενώνονται με αυτόν τον κεντρικό δρόμο των θερμοπηγών σε βγάζουν ο πρώτος από αριστερά στον «Κατάπυργο», λίγο πιο κάτω αριστερά στην περιοχή «Κρεμύδι» και δεξιά στην περιοχή «Μπλό». Συνεχίζοντας θα βρεθούμε σε δυο ακόμα διακλαδώσεις. Από τη μια θα βγούμε στην «Καυκάρα» και από την άλλη στις περιοχές «Μτσε» και «Κουρούνα».
Από κει και πέρα οδηγείσαι πλέον κατ’ ευθείαν στις θερμοπηγές. Ενώ περνώντας τη νεόδμητη γέφυρα και συνεχίζοντας το δρόμο σου θα βγεις πλέον στον επαρχιακό δρόμο του Πολιχνίτου.
«Η ιαματική πηγή του Λισβορίου κείται δυτικώς της πόλεως Μυτιλήνης και βορείως των ιαματικών πηγών του Πολιχνίτου. Αι εγκαταστάσεις της λουτροπηγής κείνται εκατέρωθεν εκβάλοντος εις τον κόλπον της Καλλονής, εντός θαυμασίου φυσικού περιβάλλοντος έχοντος θέαν προς τον κόλπον τούτον. Η χημική σύστασις της πηγής Λισβορίου είναι παρομοία με τας πηγάς Χριστιανού και Δήμου Πολιχνίτου»».[2]
Εδώ λοιπόν και μέσα από το χείμαρρο τούτο με τις λυγαριές, αναβλύζει το ζεστό ιαματικό νερό. Ένα σημείο του, εκεί που αναβλύζει και το περισσότερο νερό έχει περιτριγυριστεί με ένα κτιστό τοίχο και μέσα από αυτό το μικρό κοκκινισμένο πηγαδάκι βλέπεις το βραστό νερό να βγαίνει με φυσαλίδες. Αυτό το σημείο οι ντόπιοι το ονομάζουν «Κάκαβου».
Η θερμοκρασία του σ’ αυτό το σημείο είναι 69ο C.
Τα συστατικά του: Na - Cl - K - B - ΜΕΤΑΛΛΙΚΌ – ΥΠΟΤΟΝΙΚΟ. Αλμυρό ως προς τη γεύση του.
Σύνολο διαλελυμένων αλάτων:10,93 (gr. ανά kgr. Ύδατος).
Χλωριούχο νάτριο: 8,20 (gr. ανά kgr. Ύδατος).
Ραδιενέργεια: 2,5 Mache.
Οι θεραπευτικές του ιδιότητες: Ρευματοπάθειες, χρόνιες εκβάσεις τραυμάτων, δερματοπάθειες, ισχιαλγίες, λευκόρροια, γυναικολογικές παθήσεις, παραδοντοπάθειες.
Άμεσα συνδεδεμένη και η ζωή των κατοίκων με τις θερμοπηγές των.
Οι παλαιότεροι μας λένε πως εδώ μέσα, «στου κάκαβου», όπου έριχναν και αυγά και έβραζαν, πριν ακόμα αποκτήσουν τα πλυσταριά στα σπίτια κατέβαιναν με τα γαϊδουράκια φορτωμένα με τις χοντρές βελέντζες και τα τσουβάλια από τις ελιές, για να τα ρίξουν μέσα στο βραστό νερό για να πλυθούν.
Από δω ξεκινά ένα κτιστό αυλάκι,[3] ποιος ξέρει πόσων χρόνων, και οδηγεί το νερό στην παμπάλαια καμαροοκέπαστη αίθουσα, που είναι χτισμένη δίπλα στο ποτάμι (Γλυφιάς). Κτίσμα της τουρκοκρατίας, έχει μια δεξαμενή (3,20X2,50X1 μ.), όπου κολυμπούν οι γυναίκες. Δίπλα του σώζεται το παλιό τοξωτό γεφυράκι. Στην άλλη όχθη, φτιάχθηκε η δεξαμενή για τους άνδρες (ίδιου μεγέθους). Στα 1959 υπήρχε ένας ξενώνας (του 1952) για τους άνδρες, πέντε δωματίων (12 κρεβάτια) που πληρώνανε 7 δρχ. την ημέρα. Εχει αλλάξει πολύ η κατάσταση τώρα. Έχουν κτιστεί καινούργιοι, διώροφοι ξενώνες και η περιοχή έχει αναπλαστεί. Οι θερμοπηγές ανήκουν στην πρώην Κοινότητα Λισβορίου (τώρα Δήμος Πολιχνίτου) και διέθεταν 16 κρεβάτια. Δίπλα το μικρό καφενεδάκι.
Εδώ πέρα κατέβαιναν οι Λισβοριανοί, και πάλι με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα με τις καθαρές αλλαξιές τους, για να κάνουν το μπάνιο τους, τα Σάββατα και τις γιορτές, να λουστούν και να πλυθούν προτού ακόμα αποκτήσουν μπάνια στα σπίτια τους και ακόμα να πλύνουν τα ρούχα τους.
Εδώ και το «γαμήλιο μπάνιο της νύφης της παραμονές του γάμου της. Βλέπεις κάθε στιγμή της ζωής των κατοίκων του χωριού απ’ τις πιο απλές μέχρι και τις πιο καίριες και σημαντικές είναι ζυμωμένη με τον τόπο τους. Κάθε πέτρα, κάθε σπιθαμή χώμα έχει κάτι να μαρτυρήσει, έχει μια ιστορία να πει.
Έτσι και ο κάθε γάμος είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον τόπο τούτο των θερμοπηγών. Απομεσήμερο λοιπόν Σαββάτου, τότε μόνο τη Κυριακή ξέραμε σαν ημέρα γάμου, κοπέλες και φίλες της νύφης, αφού μαζεύονταν στο νυφοστολισμένο σπίτι της, την παραλάμβαναν για να την οδηγήσουν συνοδεία «στα μπάνια», για το νυφιάτικο λουτρό. Στο δρόμο χαρές και νυφιάτικα τραγούδια. Σημειώνουμε και πάλι πως τα χρόνια εκείνα από τα σπίτια έλειπε όχι μόνο το μπάνιο μα και το νερό. Τις ανάγκες για νερό εξυπηρετούσαν κάποιες κοινόχρηστες βρύσες του χωριού.
Η νύφη καθισμένη σε στολισμένο με λουλούδια άλογο έφτανε «στα μπάνια» κι εκεί «στη χαβούζα» αφού έπαιρνε θέση στο καθορισμένο για το σκοπό αυτό μέρος, ένα είδος χτιστού καθίσματος που μοιάζει με θρόνο[4], λουζόταν με τη βοήθεια των κοριτσιών που ήταν μαζί της. Φυσικά τα τραγούδια και τα σχετικά γαμήλια πειράγματα έδιναν και έπαιρναν.
Το λουτρό θα πλήρωνε ο γαμπρός, ο οποίος τώρα περιμένει, με μουσικάντες, τη νύφη και τη συνοδεία της στην είσοδο του χωριού, από τη μεριά των θερμοπηγών, για να την παραλάβει μετά το μπάνιο της. Στο σημείο συνάντησης θα τη ράνει με ροδοπέταλα, θα κεράσει όλο το ασκέρι με γλυκό πιοτό, «σερμπέτι», θα σκορπίσει από τη χαρά του κέρματα, τα οποία θα μαζέψουν τα παιδιά και θα συνεχιστούν τα γαμήλια δρώμενα της παραμονής του γάμου με τον «κνα», τα τραγούδια, τα κεράσματα και όλα τα παρεπόμενα.
Η ιστορία του τόπου τούτου είναι παμπάλαια. Κατά τον αρχαιολόγο Χαριτωνίδη όπως καταγράφει και ο Μάκης Αξιώτης στο βιβλίο του «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡα» «πιθανόν οι παχύτατου τοίχοι και οι αψιδωτές κόγχες, έχουν την αρχή τοπυς στους Ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτό βέβαια είναι μια υπόθεση που θέλει απόδειξη».
Και συνεχίζει:[5]
«Σίγουρο όμως είναι, ότι αμέσως μετά, την παλαιοχριστιανική εποχή, από τον 4° μ. Χ. αιώνα περίπου είναι κτισμένη εδώ μια παλαιοχριστιανική Εκκλησία. Ο ίδιος αρχαιολόγος (Χαριτωνίδης) την περιγράφει, όταν βρέθηκε το 1959.
Αποφάσισαν, λίγα μέτρα ΝΔ. του Άη Γιάννη, να κτίσουν καινούργιο εκκλησάκι, πέσανε επάνω στο μνημείο και σταμάτησαν τα έργα. Εξ αυτού του κτηρίου ήτο ορατός τοίχος Α-Δ κατευθύνσεως και δάπεδον εκ πήλινων πλακών, κατά δε την ΝΔ του γωνίαν του ανοουνθέντος θεμελίου ευρέθη λαρνακοειδής τάφος εκ παχέων πλακών, λευκάζοντος τραχείτου, με τρεις σκελετούς εν αυτώ, ων οι δύο ενηλίκων, καθώς γράφει ο αρχαιολόγος.
Αναφέρει δε μια κυκλική τράπεζα προθέσεως και ένα θωράκιο. Μιλώντας για το Λισβόρι, είπαμε ότι και τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη στην αυλή της εκκλησιάς και του παλιού σχολείου, ανήκουν σε τούτο εδώ το μνημείο. Στο εκκλησάκι του Άη Γιάννη, στον ανατολικό του τοίχο, είναι εντοιχισμένος ένας πεσσός ενώ μπροστά στην όμορφη τουρκική βρύση είναι πλαγιασμένος ένας ραβδωτός κίονας με ταινία.».
Αναφορά στο θέμα αυτό μας κάνει και ο Μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ (Σουμαρούπας) (1618 - 24/2/ 1621). Γράφει λοιπόν στο βιβλίο του «Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» { ΕΚΔΟΣΗ: Ι.Μ.Μ. 1993 ). στη σελ.22:[6] «Έτεροι δύο τόποι πόρρω της θαλάσσης εν τη τοποθεσία τω Βασιλικών, την κλήσιν έχοντα διά το τους βασιλείς ποτέ οικοδομήσαι ταύτα λαμπρώς, ως φασίν. Νυν δε εισίν οίκοι μικροί και ναοί δύο( εν τω ενί του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιοτού, εν τω ετέρω των αγίων αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Εισί τα Βασιλικά ενατίας της Καλλονής» Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι ο Μητροπολίτης Γαβριήλ με την ονομασία Βασιλικά, δεν αναφέρεται στο σημερινό ομώνυμο χωριό το οποίο τότε έφερε το όνομα ΒΑΣΙΛΙΚΙΩΤΗΣ, μα στο Λισβόρι που όπως προαναφέραμε μαζί με τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής έφεραν από κοινού το όνομα «ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΧΩΡΙΑ». Αναφέρεται εδώ στο Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο της περιοχής των θερμοπηγών Λισβορίου αλλά και στους Αγίους Αναργύρους όπου και σήμερα στην περιοχή αυτή υπάρχει το γνωστό ξωκλήσι. Και στις δυο περιοχές εικάζεται ότι υπήρχαν οικισμοί.
«Στην περιοχή των θερμοπηγών, βρεθήκανε και νομίσματα. Πέντε μάλιστα από αυτά, είναι προχριστιανικά, του 3ου και 2ου αιώνα π.Χ (το ένα από τα γνωστά της Μυτιλήνης με τον Απόλλωνα και τη λύρα και το άλλο των Μικρασιατικών Σάρδεων). Επίσης βρεθήκανε βυζαντινά νομίσματα (4 του 10ου αιώνα, ένα του 11ου, ένα των Γατελούζων και ένα τούρκικο του 1687). Όλα αυτά βέβαια είναι ενδείξεις, μόνο για την τυχόν μακρά πορεία στο χρόνο, της χρήσης των θερμόπηγών. Χρειάζονται και άλλες αποδείξεις, που ίσως να μην δοθούν ποτέ»[7].
Αναφέρουμε και τα γραφόμενα του Χαρίλαου Καρατζάνου τα έχοντα σχέση με τις θερμοπηγές Λισβορίου:
«Ο Γεωργιάδης στη σελίδα 9, αναφερόμενος στις θερμοπηγές, ζήτησε στοιχεία από τον τακτικόν Καθηγητήν «εν τω Όθωνος Πανεπιστημίω» κ. Κ. Ξ. Λάνδενερ, που επισκέφτηκε τη Λέσβο, για να μελετήσει τις Θερμοπηγές: «Ετέρα αξιόλογος (πηγή) Θέρμη, επτά σχεδόν ώρας μακράν της Πόλεως Μυτιλήνης, πλησίον του Λιμένος Λεσβώρου, απαντάται εις Γέρρας και κατά την δοξασϊαν των Λεσβίων, κατά πάντων σχεδόν των νοσημάτων ωφελεί».
Η θερμοπηγή Λισβορίου, κατά τον Λάνδενερ, βρίσκεται παρά τας «Γέρρας». Στα «Λεσβιακά» του Ευστάθιου Γεωργιάδη: στο βάθος, Δυτικά του Γέρας. Βάθος, εννοεί του κόλπου Καλλονής, γιατί βρίσκεται στην περιγραφή, Αγίου Φωκά, Γραρμπιά -Σανδάλιον. Βόρεια της Θερμοπηγής Λισβορίου, ακριβώς απέναντι, υπήρχε παλαιός οικισμός. Συνέχεια ανασκάπτονται τάφοι. Και ιδιοκτήτης, σε μικρή πέτρινη γούρνα, λέγεται ότι βρήκε χρυσά νομίσματα. Παρά του Γέρας, να εννοεί όρος-βουνό; Ο Λάνδενερ, όταν λέγει παρά τας Γέρας, να εννοεί, πόλεις Ιεράς; Και οι δυο περιπτώσεις, δικαιολογούνται»[8].
Εδώ στις θερμοπηγές βρίσκεται και το ξωκκλήσι, Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, απ’ τον οποίο έχει πάρει και το όνομά του ο τόπος αυτός.
Όμορφο εκκλησάκι και πρόσφατα ανακαινισμένο. Οι διαστάσεις του είναι 5μ. μήκος και 4μ. πλάτος και ο ρυθμός του «Βασιλική», χωρίς τρούλο με κεραμοσκεπή. Τέμπλο δεν υπάρχει. Είναι ένα από τα παλαιότερα εκκλησάκια γι’ αυτό και αναφέρονται σ’ αυτό πολλές ανακαινίσεις. Μια σημαντική ανακαίνιση που μάλιστα είχε γίνει από τα θεμέλια, αναφέρεται ότι έγινε το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1959, επειδή πλέον το εκκλησάκι ήτανε ετοιμόρροπο. Η πιο πρόσφατη έγινε το 2002. Πανηγυρίζει στις 8 Μαΐου. Παλαιότερα γινότανε πολύ μεγάλο πανηγύρι. Και σήμερα όμως δεν έχει ξεχαστεί η πανήγυρη γιατί μαζεύεται εδώ τη μέρα αυτή όλο το χωριό. Έρχεται κόσμος από τη γύρω περιοχή έρχεται το σχολείο του χωριού, για το οποίο είναι αργία κείνη η μέρα και παρασκευάζεται φαγητό για τους προσκυνητές, «μανεστράδα», με ζώο που προσφέρει κάθε χρόνο δωρεάν κάποιος ειδικά για την πανήγυρη. Έξω από την Εκκλησία υπάρχει μια πολύ ωραία πετρόκτιστη βρύση.
Και για τούτο η ιστορία είναι μεγάλη και παλιά. Του λόγου το αληθές είναι τα λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής που έχουν βρεθεί στην περιοχή. Ένα μάλιστα μάρμαρο υπάρχει σήμερα εντοιχισμένο στο εκκλησάκι. Ακόμη υπάρχει εκεί και ένα κομμάτι από κολώνα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής. Ιστορικοί αναφέρουν ότι στην περιοχή αυτή των θερμοπηγών κατά τα μεταγενέστερα μεσαιωνικά χρόνια υπήρχε μια από τις πιο σημαντικές κωμοπόλεις, «μητροκωμία», της οποίας ενοριακός ναός ήτανε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Και αυτή και ο Κατάπυργος με τους Αγίους Αναργύρους, ήτανε περιοχές των «Βασιλικών χωρίων».
Τέλος ένας άλλος ναός στην περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση ανέγερσης. Πετρόκτιστο, με πέτρα της περιοχής, ατόφιου βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής με τρούλο και ημιτρούλια, φιλοδοξεί να κερδίσει την ιστορία και να μείνει χαραγμένο στις σελίδες της. Γι’ αυτό χτίζεται σιγά – σιγά και με μπόλικο μεράκι. Οι προσπάθειες γίνονται ώστε να μην προσθέσουμε ένα ακόμα ναό στους ήδη υπάρχοντας αλλά ένα ναό διαφορετικό. Ένα ναό που θα τραβά την προσοχή του κάθε επισκέπτη της περιοχής αλλά και του κάθε περαστικού.
[1] ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ. «Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΣΒΟΥ» ΑΘΗΝΑ 1959[2] ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ. «Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΣΒΟΥ» ΑΘΗΝΑ 1959[3] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.60[4] Οι Φωτογραφίες των εσωτερικών χώρων είναι της Τζέλλης Χατζηδημητρίου από το λεύκωμα «ΤΟ ΑΓΙΟ ΝΕΡΟ».[5] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.61[6] ΙΩΑΝΝΟΥ Μ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ «Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» {ΕΚΔΟΣΗ: Ι.Μ.Μ. 1993 σελ.22.[7] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.62[8] ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑΝΟΥ «ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ» ΜΥΤΙΛΗΝΗ 1984 σελ. 12
Περί της σπουδαιότητος των ιαματικών πηγών, κατά τον Γερμανόν Xaverius Landerer, όστις επεσκέφθη την Λέσβον το 1845 και εμελέτησε τα ιαματικά ύδατα αυτής, ο Γαληνός ποιείται εύφημον μνείαν περί τούτων. Αλλά και ο Εφέσιος ιατροφιλόσοφος και βοτανικός Θεόφραστος και ο Αριστείδης Αίλιος, αναφέρουν περί της σπουδαιότητος των ιαματικών πηγών της Λέσβου»[1].
Και το Λισβόρι είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις θερμοπηγές του.
Ιαματικέ πηγές στην περιοχή «Άγιος Ιωάννης (Θεολόγος), Λισβορίου από όπου έχουν πάρει και το όνομά τους και είναι γνωστές και καταγραμμένες σαν θερμοπηγές ‘Αγίου Ιωάννου» Λισβορίου.
Η πρόσβαση σ’ αυτές μπορεί να γίνει από διάφορες μεριές του χωριού ο κύριος όμως δρόμος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει ασφαλτοστρωθεί, ξεκινά μπροστά από την εκκλησιά του χωριού, συνεχίζει λίγο κατηφορικά μπροστά από το κοιμητήριο, και συνεχίζει στις θερμοπηγές.
Παράδρομοι που ενώνονται με αυτόν τον κεντρικό δρόμο των θερμοπηγών σε βγάζουν ο πρώτος από αριστερά στον «Κατάπυργο», λίγο πιο κάτω αριστερά στην περιοχή «Κρεμύδι» και δεξιά στην περιοχή «Μπλό». Συνεχίζοντας θα βρεθούμε σε δυο ακόμα διακλαδώσεις. Από τη μια θα βγούμε στην «Καυκάρα» και από την άλλη στις περιοχές «Μτσε» και «Κουρούνα».Από κει και πέρα οδηγείσαι πλέον κατ’ ευθείαν στις θερμοπηγές. Ενώ περνώντας τη νεόδμητη γέφυρα και συνεχίζοντας το δρόμο σου θα βγεις πλέον στον επαρχιακό δρόμο του Πολιχνίτου.
«Η ιαματική πηγή του Λισβορίου κείται δυτικώς της πόλεως Μυτιλήνης και βορείως των ιαματικών πηγών του Πολιχνίτου. Αι εγκαταστάσεις της λουτροπηγής κείνται εκατέρωθεν εκβάλοντος εις τον κόλπον της Καλλονής, εντός θαυμασίου φυσικού περιβάλλοντος έχοντος θέαν προς τον κόλπον τούτον. Η χημική σύστασις της πηγής Λισβορίου είναι παρομοία με τας πηγάς Χριστιανού και Δήμου Πολιχνίτου»».[2]
Εδώ λοιπόν και μέσα από το χείμαρρο τούτο με τις λυγαριές, αναβλύζει το ζεστό ιαματικό νερό. Ένα σημείο του, εκεί που αναβλύζει και το περισσότερο νερό έχει περιτριγυριστεί με ένα κτιστό τοίχο και μέσα από αυτό το μικρό κοκκινισμένο πηγαδάκι βλέπεις το βραστό νερό να βγαίνει με φυσαλίδες. Αυτό το σημείο οι ντόπιοι το ονομάζουν «Κάκαβου».
Η θερμοκρασία του σ’ αυτό το σημείο είναι 69ο C.
Τα συστατικά του: Na - Cl - K - B - ΜΕΤΑΛΛΙΚΌ – ΥΠΟΤΟΝΙΚΟ. Αλμυρό ως προς τη γεύση του.
Σύνολο διαλελυμένων αλάτων:10,93 (gr. ανά kgr. Ύδατος).
Χλωριούχο νάτριο: 8,20 (gr. ανά kgr. Ύδατος).
Ραδιενέργεια: 2,5 Mache.
Οι θεραπευτικές του ιδιότητες: Ρευματοπάθειες, χρόνιες εκβάσεις τραυμάτων, δερματοπάθειες, ισχιαλγίες, λευκόρροια, γυναικολογικές παθήσεις, παραδοντοπάθειες.
Άμεσα συνδεδεμένη και η ζωή των κατοίκων με τις θερμοπηγές των.
Οι παλαιότεροι μας λένε πως εδώ μέσα, «στου κάκαβου», όπου έριχναν και αυγά και έβραζαν, πριν ακόμα αποκτήσουν τα πλυσταριά στα σπίτια κατέβαιναν με τα γαϊδουράκια φορτωμένα με τις χοντρές βελέντζες και τα τσουβάλια από τις ελιές, για να τα ρίξουν μέσα στο βραστό νερό για να πλυθούν.
Από δω ξεκινά ένα κτιστό αυλάκι,[3] ποιος ξέρει πόσων χρόνων, και οδηγεί το νερό στην παμπάλαια καμαροοκέπαστη αίθουσα, που είναι χτισμένη δίπλα στο ποτάμι (Γλυφιάς). Κτίσμα της τουρκοκρατίας, έχει μια δεξαμενή (3,20X2,50X1 μ.), όπου κολυμπούν οι γυναίκες. Δίπλα του σώζεται το παλιό τοξωτό γεφυράκι. Στην άλλη όχθη, φτιάχθηκε η δεξαμενή για τους άνδρες (ίδιου μεγέθους). Στα 1959 υπήρχε ένας ξενώνας (του 1952) για τους άνδρες, πέντε δωματίων (12 κρεβάτια) που πληρώνανε 7 δρχ. την ημέρα. Εχει αλλάξει πολύ η κατάσταση τώρα. Έχουν κτιστεί καινούργιοι, διώροφοι ξενώνες και η περιοχή έχει αναπλαστεί. Οι θερμοπηγές ανήκουν στην πρώην Κοινότητα Λισβορίου (τώρα Δήμος Πολιχνίτου) και διέθεταν 16 κρεβάτια. Δίπλα το μικρό καφενεδάκι.
Εδώ πέρα κατέβαιναν οι Λισβοριανοί, και πάλι με τα γαϊδουράκια τους φορτωμένα με τις καθαρές αλλαξιές τους, για να κάνουν το μπάνιο τους, τα Σάββατα και τις γιορτές, να λουστούν και να πλυθούν προτού ακόμα αποκτήσουν μπάνια στα σπίτια τους και ακόμα να πλύνουν τα ρούχα τους.
Εδώ και το «γαμήλιο μπάνιο της νύφης της παραμονές του γάμου της. Βλέπεις κάθε στιγμή της ζωής των κατοίκων του χωριού απ’ τις πιο απλές μέχρι και τις πιο καίριες και σημαντικές είναι ζυμωμένη με τον τόπο τους. Κάθε πέτρα, κάθε σπιθαμή χώμα έχει κάτι να μαρτυρήσει, έχει μια ιστορία να πει.Έτσι και ο κάθε γάμος είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον τόπο τούτο των θερμοπηγών. Απομεσήμερο λοιπόν Σαββάτου, τότε μόνο τη Κυριακή ξέραμε σαν ημέρα γάμου, κοπέλες και φίλες της νύφης, αφού μαζεύονταν στο νυφοστολισμένο σπίτι της, την παραλάμβαναν για να την οδηγήσουν συνοδεία «στα μπάνια», για το νυφιάτικο λουτρό. Στο δρόμο χαρές και νυφιάτικα τραγούδια. Σημειώνουμε και πάλι πως τα χρόνια εκείνα από τα σπίτια έλειπε όχι μόνο το μπάνιο μα και το νερό. Τις ανάγκες για νερό εξυπηρετούσαν κάποιες κοινόχρηστες βρύσες του χωριού.
Η νύφη καθισμένη σε στολισμένο με λουλούδια άλογο έφτανε «στα μπάνια» κι εκεί «στη χαβούζα» αφού έπαιρνε θέση στο καθορισμένο για το σκοπό αυτό μέρος, ένα είδος χτιστού καθίσματος που μοιάζει με θρόνο[4], λουζόταν με τη βοήθεια των κοριτσιών που ήταν μαζί της. Φυσικά τα τραγούδια και τα σχετικά γαμήλια πειράγματα έδιναν και έπαιρναν.
Το λουτρό θα πλήρωνε ο γαμπρός, ο οποίος τώρα περιμένει, με μουσικάντες, τη νύφη και τη συνοδεία της στην είσοδο του χωριού, από τη μεριά των θερμοπηγών, για να την παραλάβει μετά το μπάνιο της. Στο σημείο συνάντησης θα τη ράνει με ροδοπέταλα, θα κεράσει όλο το ασκέρι με γλυκό πιοτό, «σερμπέτι», θα σκορπίσει από τη χαρά του κέρματα, τα οποία θα μαζέψουν τα παιδιά και θα συνεχιστούν τα γαμήλια δρώμενα της παραμονής του γάμου με τον «κνα», τα τραγούδια, τα κεράσματα και όλα τα παρεπόμενα.
Η ιστορία του τόπου τούτου είναι παμπάλαια. Κατά τον αρχαιολόγο Χαριτωνίδη όπως καταγράφει και ο Μάκης Αξιώτης στο βιβλίο του «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡα» «πιθανόν οι παχύτατου τοίχοι και οι αψιδωτές κόγχες, έχουν την αρχή τοπυς στους Ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτό βέβαια είναι μια υπόθεση που θέλει απόδειξη».
Και συνεχίζει:[5]

«Σίγουρο όμως είναι, ότι αμέσως μετά, την παλαιοχριστιανική εποχή, από τον 4° μ. Χ. αιώνα περίπου είναι κτισμένη εδώ μια παλαιοχριστιανική Εκκλησία. Ο ίδιος αρχαιολόγος (Χαριτωνίδης) την περιγράφει, όταν βρέθηκε το 1959.
Αποφάσισαν, λίγα μέτρα ΝΔ. του Άη Γιάννη, να κτίσουν καινούργιο εκκλησάκι, πέσανε επάνω στο μνημείο και σταμάτησαν τα έργα. Εξ αυτού του κτηρίου ήτο ορατός τοίχος Α-Δ κατευθύνσεως και δάπεδον εκ πήλινων πλακών, κατά δε την ΝΔ του γωνίαν του ανοουνθέντος θεμελίου ευρέθη λαρνακοειδής τάφος εκ παχέων πλακών, λευκάζοντος τραχείτου, με τρεις σκελετούς εν αυτώ, ων οι δύο ενηλίκων, καθώς γράφει ο αρχαιολόγος.
Αναφέρει δε μια κυκλική τράπεζα προθέσεως και ένα θωράκιο. Μιλώντας για το Λισβόρι, είπαμε ότι και τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη στην αυλή της εκκλησιάς και του παλιού σχολείου, ανήκουν σε τούτο εδώ το μνημείο. Στο εκκλησάκι του Άη Γιάννη, στον ανατολικό του τοίχο, είναι εντοιχισμένος ένας πεσσός ενώ μπροστά στην όμορφη τουρκική βρύση είναι πλαγιασμένος ένας ραβδωτός κίονας με ταινία.».
Αναφορά στο θέμα αυτό μας κάνει και ο Μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ (Σουμαρούπας) (1618 - 24/2/ 1621). Γράφει λοιπόν στο βιβλίο του «Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» { ΕΚΔΟΣΗ: Ι.Μ.Μ. 1993 ). στη σελ.22:[6] «Έτεροι δύο τόποι πόρρω της θαλάσσης εν τη τοποθεσία τω Βασιλικών, την κλήσιν έχοντα διά το τους βασιλείς ποτέ οικοδομήσαι ταύτα λαμπρώς, ως φασίν. Νυν δε εισίν οίκοι μικροί και ναοί δύο( εν τω ενί του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιοτού, εν τω ετέρω των αγίων αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Εισί τα Βασιλικά ενατίας της Καλλονής» Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι ο Μητροπολίτης Γαβριήλ με την ονομασία Βασιλικά, δεν αναφέρεται στο σημερινό ομώνυμο χωριό το οποίο τότε έφερε το όνομα ΒΑΣΙΛΙΚΙΩΤΗΣ, μα στο Λισβόρι που όπως προαναφέραμε μαζί με τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής έφεραν από κοινού το όνομα «ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΧΩΡΙΑ». Αναφέρεται εδώ στο Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο της περιοχής των θερμοπηγών Λισβορίου αλλά και στους Αγίους Αναργύρους όπου και σήμερα στην περιοχή αυτή υπάρχει το γνωστό ξωκλήσι. Και στις δυο περιοχές εικάζεται ότι υπήρχαν οικισμοί.

«Στην περιοχή των θερμοπηγών, βρεθήκανε και νομίσματα. Πέντε μάλιστα από αυτά, είναι προχριστιανικά, του 3ου και 2ου αιώνα π.Χ (το ένα από τα γνωστά της Μυτιλήνης με τον Απόλλωνα και τη λύρα και το άλλο των Μικρασιατικών Σάρδεων). Επίσης βρεθήκανε βυζαντινά νομίσματα (4 του 10ου αιώνα, ένα του 11ου, ένα των Γατελούζων και ένα τούρκικο του 1687). Όλα αυτά βέβαια είναι ενδείξεις, μόνο για την τυχόν μακρά πορεία στο χρόνο, της χρήσης των θερμόπηγών. Χρειάζονται και άλλες αποδείξεις, που ίσως να μην δοθούν ποτέ»[7].
Αναφέρουμε και τα γραφόμενα του Χαρίλαου Καρατζάνου τα έχοντα σχέση με τις θερμοπηγές Λισβορίου:
«Ο Γεωργιάδης στη σελίδα 9, αναφερόμενος στις θερμοπηγές, ζήτησε στοιχεία από τον τακτικόν Καθηγητήν «εν τω Όθωνος Πανεπιστημίω» κ. Κ. Ξ. Λάνδενερ, που επισκέφτηκε τη Λέσβο, για να μελετήσει τις Θερμοπηγές: «Ετέρα αξιόλογος (πηγή) Θέρμη, επτά σχεδόν ώρας μακράν της Πόλεως Μυτιλήνης, πλησίον του Λιμένος Λεσβώρου, απαντάται εις Γέρρας και κατά την δοξασϊαν των Λεσβίων, κατά πάντων σχεδόν των νοσημάτων ωφελεί».
Η θερμοπηγή Λισβορίου, κατά τον Λάνδενερ, βρίσκεται παρά τας «Γέρρας». Στα «Λεσβιακά» του Ευστάθιου Γεωργιάδη: στο βάθος, Δυτικά του Γέρας. Βάθος, εννοεί του κόλπου Καλλονής, γιατί βρίσκεται στην περιγραφή, Αγίου Φωκά, Γραρμπιά -Σανδάλιον. Βόρεια της Θερμοπηγής Λισβορίου, ακριβώς απέναντι, υπήρχε παλαιός οικισμός. Συνέχεια ανασκάπτονται τάφοι. Και ιδιοκτήτης, σε μικρή πέτρινη γούρνα, λέγεται ότι βρήκε χρυσά νομίσματα. Παρά του Γέρας, να εννοεί όρος-βουνό; Ο Λάνδενερ, όταν λέγει παρά τας Γέρας, να εννοεί, πόλεις Ιεράς; Και οι δυο περιπτώσεις, δικαιολογούνται»[8].
Εδώ στις θερμοπηγές βρίσκεται και το ξωκκλήσι, Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, απ’ τον οποίο έχει πάρει και το όνομά του ο τόπος αυτός.
Όμορφο εκκλησάκι και πρόσφατα ανακαινισμένο. Οι διαστάσεις του είναι 5μ. μήκος και 4μ. πλάτος και ο ρυθμός του «Βασιλική», χωρίς τρούλο με κεραμοσκεπή. Τέμπλο δεν υπάρχει. Είναι ένα από τα παλαιότερα εκκλησάκια γι’ αυτό και αναφέρονται σ’ αυτό πολλές ανακαινίσεις. Μια σημαντική ανακαίνιση που μάλιστα είχε γίνει από τα θεμέλια, αναφέρεται ότι έγινε το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1959, επειδή πλέον το εκκλησάκι ήτανε ετοιμόρροπο. Η πιο πρόσφατη έγινε το 2002. Πανηγυρίζει στις 8 Μαΐου. Παλαιότερα γινότανε πολύ μεγάλο πανηγύρι. Και σήμερα όμως δεν έχει ξεχαστεί η πανήγυρη γιατί μαζεύεται εδώ τη μέρα αυτή όλο το χωριό. Έρχεται κόσμος από τη γύρω περιοχή έρχεται το σχολείο του χωριού, για το οποίο είναι αργία κείνη η μέρα και παρασκευάζεται φαγητό για τους προσκυνητές, «μανεστράδα», με ζώο που προσφέρει κάθε χρόνο δωρεάν κάποιος ειδικά για την πανήγυρη. Έξω από την Εκκλησία υπάρχει μια πολύ ωραία πετρόκτιστη βρύση.
Και για τούτο η ιστορία είναι μεγάλη και παλιά. Του λόγου το αληθές είναι τα λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής που έχουν βρεθεί στην περιοχή. Ένα μάλιστα μάρμαρο υπάρχει σήμερα εντοιχισμένο στο εκκλησάκι. Ακόμη υπάρχει εκεί και ένα κομμάτι από κολώνα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής. Ιστορικοί αναφέρουν ότι στην περιοχή αυτή των θερμοπηγών κατά τα μεταγενέστερα μεσαιωνικά χρόνια υπήρχε μια από τις πιο σημαντικές κωμοπόλεις, «μητροκωμία», της οποίας ενοριακός ναός ήτανε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Και αυτή και ο Κατάπυργος με τους Αγίους Αναργύρους, ήτανε περιοχές των «Βασιλικών χωρίων».
Τέλος ένας άλλος ναός στην περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση ανέγερσης. Πετρόκτιστο, με πέτρα της περιοχής, ατόφιου βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής με τρούλο και ημιτρούλια, φιλοδοξεί να κερδίσει την ιστορία και να μείνει χαραγμένο στις σελίδες της. Γι’ αυτό χτίζεται σιγά – σιγά και με μπόλικο μεράκι. Οι προσπάθειες γίνονται ώστε να μην προσθέσουμε ένα ακόμα ναό στους ήδη υπάρχοντας αλλά ένα ναό διαφορετικό. Ένα ναό που θα τραβά την προσοχή του κάθε επισκέπτη της περιοχής αλλά και του κάθε περαστικού.

[1] ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ. «Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΣΒΟΥ» ΑΘΗΝΑ 1959[2] ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ. «Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΣΒΟΥ» ΑΘΗΝΑ 1959[3] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.60[4] Οι Φωτογραφίες των εσωτερικών χώρων είναι της Τζέλλης Χατζηδημητρίου από το λεύκωμα «ΤΟ ΑΓΙΟ ΝΕΡΟ».[5] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.61[6] ΙΩΑΝΝΟΥ Μ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ «Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» {ΕΚΔΟΣΗ: Ι.Μ.Μ. 1993 σελ.22.[7] ΜΑΚΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ «ΠΥΡΡΑΙΩΝ ΧΩΡΑ» ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ 2002 σελ.62[8] ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΚΑΡΑΤΖΑΝΟΥ «ΠΟΛΙΧΝΙΑΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ» ΜΥΤΙΛΗΝΗ 1984 σελ. 12
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
(Τ'ς Παναγιας του τραγούδ')
Το μοιρολόι της Παναγίας που κάθε Μεγάλη Παρασκευή τραγουδούν γυναίκες, στο χωριό μας, γύρω από τον Επιτάφιο.
Υπάρχουν αμέτρητες παραλλαγές όπως αυτό σε κάθε χωριό της πατρίδας μας λέγεται.
Τώρα είν’ Αγιά Σαρακουστή, π’ αγιάζουνε οι μέρες
Και λειτουργούν οι Εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Καλό είν’ τ’ Άγιος ο Θεός, καλό είν’ κι ας το λένε,
όποιος το λέει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.
Κάτω στα Ιεροσόλυμα, ένα δεντρί φυτρώνει,
Κορμός του ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,
και τα ψηλά κλωνάρια του, οι δώδεκα Αποστόλοι.
Η Παναγιά καθότανε μόνη και μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της.
Ακού βροντές, ακού αστραπές και ταραχές μεγάλες,
βγαίνει στο παραθύρι της να δει τη γειτονιά της.
Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,
και το φεγγάρι το λαμπρό, στο αίμα βουτηγμένο.
Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
Βλέπει και δεξιότερα, βλέπει τον άγιο Γιάννη.
Βαστά και στο χεράκι του, μαντήλι ματωμένο,
και στ’ άλλο το χεράκι του, μαλλιά της κεφαλής του.
Τι έχεις Γιάννη κι έρχεσαι δαρμένος και κλαμένος,
βαστάς και στο χεράκι σου μαντήλι ματωμένο;
Βαστάς κι απ’ τ’ άλλο σου μαλλιά, μαλλιά της κεφαλής σου;
Δεν έχω στόμα να στο πω, στόμα να στο χαράξω,
Μήτ’ η καρδιά μου το βαστά, να σου τ’ ομολογήσω.
Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι·
σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε.
Δέσανε στα χεράκια του, καντάρια αλυσίδες,
Βάλανε και στον ώμο του, το μύλο, το λιθάρι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.
Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,
και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.
Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε,
Ελάτε να ‘κλουθήσετε, να πάμε να τον βρούμε.
Ας έρθει η Μάρθα, η Μαριάμ κι η άλλη, η Λισάββα,
Ας έρθει κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.
Κι ακλουθήσαν τ’ Παναγιά, να πάνε να τον βρούνε.
Έριξε τη τζουγκράνα της γινήκαν τα ρουμάνια,
έριξε και το χτένι της, χωρήσαν τα χωράφια,
Έριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια,
κλάψανι τα ματέλια της, γινήκαν τα ζουμπούλια.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί του μουνουπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.
Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον κυνηγούσανε, οι άνομοι Εβραίοι,
Κι έκουψι μες τα πρόβατα κι εκείνα τον εκρύψαν.
Να έχουν την ευχούλα μου, εμού και του ιγιού μου!
Το ένα χίλια να γενεί, τα δυο σου, δυο χιλιάδες,
και τ’ άλλα τα υπόλοιπα, αμέτρητεςς χιλιάδες.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος άλλο τσουμπανάκι.
Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον κυνηγούσανε οι άνομοι Εβραίοι,
Κι έκουψι μες τα γίδια μου κι εκείνα τον εδείξαν.
Ας έχουν την κατάρα μου, εμού και του ιγιού μου!
Το γάλα τους να ‘ναι νερό και το τυρί ασβέστης
Κι όπου κι αν παν κι όπου σταθούν καταραμένα να ‘ναι.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως και τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα μαστοράκι.
Ώρα καλή σου μάστορα, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον επαιρνούσανε, εβραίικα παλικάρια,
Και μένα παραγγείλανε να κάνω δυο περούνια.
Κι εγώ Μαριάμ παράκουσα κι έκαμα τα, πέντε.
Τι θα τα κάνουν μάστορα τα πέντε τα περούνια;
Εγώ Μαριάμ που τα ‘κανα, εγώ θα σ’ αρμηνέψω.
Τα δυο, στα δυο του γόνατα, τ’ άλλα, στα δυο του χέρια,
Το πέμπτο το φαρμακερό, μες τα καρά τζιγέρια,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.
Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,
και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.
Βρ’ ατζίγκανι κι βρε χαρτσιά κι βρε καταραμένι!
Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, πουτές αχλιά μην κάψεις.
Πάντα λιρός, πάντα γυμνός κι πάντα ξισχισμέμνους,
Πουτέ λινό πουκάμιοσου, στη ράχη σου μη βάλεις,
Πουτέ στου ψουμουσάνιοδου, ψουμιά μην απουτάξεις.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Προυτού τουν βάλουν στου Σταυρό και μας τον εσταυρώσουν,
Προυτού τουν βάλουν στα καρφιά, και μας τον θανατώσουν.
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα τσεσμεδάκι.
Σκύψε Μαριάμ να πιεις νερό, νερό με το βαμβάκι,
Να βρέξεις τα χειλάκια σου που στάζει το φαρμάκι.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.
Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα μικρά παράθυρα, καλά μανταλωμένα.
Γονάτισε η Παναγιά, κάνει την προσευχή της.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,
Και σεις μικρά παράθυρα, γυρίστε άνου κάτου.
Η πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της
Και τα μικρά παράθυρα γύρισαν άνου κάτου.
Μπαίνει η Παναγιά μπροστά, πίσω ο κόσμος όλος,
κι από το πλήθος το πολύ κι από την Εβραιωσύνη,
κανέναν δεν εγνώρισε, κανέναν δεν γνωρίζει.
Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
Άγιε μου Γιάννη σύντεκνε, μεγάλο τ’ όνομα σου,
Μεγάλη και η χάρη σου και το προσκύνημα σου.
Μην ίδες τον ιγιόκα μου και σε το βάφτισμα σου;
Συ γέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνωρίζεις
κι εγώ που τον εβάπτισα πώς να τον εγνωρίζω;
Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη,
Οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γιόκα σου κι εμέ το βάφτισμα μου.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει
Και σαν της ήρθε ο λογισμός, τούτο το λόγο λέγει.
Σταυρέ, για γύρε χαμηλά, γύρε για να σε φτάσω,
Να σε φιλώ ω γιόκα μου, ώσπου να σε χορτάσω.
Γιε μου, για γύρε χαμηλά, γιε μου, για γύρε εμπρός μου,
Να βγάλω τη μποστοπουδιά, το αίμα να σκουπίσω.
Τα δυο χεράκια σου να δω, γιε μου τα τρυπημένα,
Και να φιλώ τα πόδια σου, τα καταματουμένα.
Γιε μου εγώ σε γέννησα, σπλάχνο μου πονεμένο,
Γιε μου εγώ σε θήλασα, το αίμα της καρδιάς μου.
Γλυκό μου στόμα δε μιλάς, χείλη μου στεγνωμένα,
Καρδούλα μου, για δε χτυπάς; Λυπήσου με και μένα.
Άνοιξε τα ματάκια σου, γιόκα μου τα κλεισμένα,
Και κοίτα κάτω απ’ το Σταυρό και μίλα μου κι εμένα.
--Σώπα μανούλα μου μην κλαις και βαριαναστενάζεις!
--Πούναι γκρεμός να γκρεμιστώ, φωτιά να πέσω απάνω,
Που είναι λίμνη να πνιγώ, θάνατος να πεθάνω.
--Μάναμ’ αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέται ο κόσμος όλος,
Μάνα αν πέσεις στο νερό πνίγετ’ ο κόσμος όλος,
Μάναμ’ αν πέσεις στη φωτιά καίγετ’ ο κόσμος όλος.
Γκριμιόντι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
Γκριμιόντι κ’ οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
Γκριμιόντι κ’ οι κακόπαντρες για τους κακούς τους άντρες.
Άϊντε μάναμ’ στο σπίτι μας και διάφορο μην έχεις,
Και το Μεγάλο Σάββατο περίμενε με να ‘ρθω.
Σαν κράξουνε οι πετεινοί, σημἀνουν οι καμπάνες,
Τότε και συ μανούλα μου να ‘χεις χαρές μεγάλες,
Απάντεχε με μάνα μου με τις χρυσές λαμπάδες.
Άιντε μάναμ΄ στο σπίτι μας, στον πύργο περιβόλι,
Βάλε κρασί στην κούπα μας κι αφράτο παξιμάδι,
Να κάνεις την παρηγοριά, να βρει ο κόσμος όλος.
Πέρασε κι η Αγιά Καλή κι αυτό το λόγο λέγει.
Ποιος είδε γιο στο μακελειό και μάνα στις ταβέρνες,
Ως μ’ έκαψες Αγιά Καλή, πάντα καμένη να ‘σαι
Και σ’ ένα βαθυλάγγαδο εκεί να πας να κάτσεις,
Ποτέ λιβάνι και κερί μπροστά σου μην ανάψεις.
Καλό είν’ τα’ Άγιος ο Θεός καλό είν’ κι ας το λένε,
Όποιος το λέει σώζεται, όποιος τι λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.
Και λειτουργούν οι Εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Καλό είν’ τ’ Άγιος ο Θεός, καλό είν’ κι ας το λένε,
όποιος το λέει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.
Κάτω στα Ιεροσόλυμα, ένα δεντρί φυτρώνει,
Κορμός του ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,
και τα ψηλά κλωνάρια του, οι δώδεκα Αποστόλοι.
Η Παναγιά καθότανε μόνη και μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της.
Ακού βροντές, ακού αστραπές και ταραχές μεγάλες,
βγαίνει στο παραθύρι της να δει τη γειτονιά της.
Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,
και το φεγγάρι το λαμπρό, στο αίμα βουτηγμένο.
Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
Βλέπει και δεξιότερα, βλέπει τον άγιο Γιάννη.
Βαστά και στο χεράκι του, μαντήλι ματωμένο,
και στ’ άλλο το χεράκι του, μαλλιά της κεφαλής του.
Τι έχεις Γιάννη κι έρχεσαι δαρμένος και κλαμένος,
βαστάς και στο χεράκι σου μαντήλι ματωμένο;
Βαστάς κι απ’ τ’ άλλο σου μαλλιά, μαλλιά της κεφαλής σου;
Δεν έχω στόμα να στο πω, στόμα να στο χαράξω,
Μήτ’ η καρδιά μου το βαστά, να σου τ’ ομολογήσω.
Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι·
σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε.
Δέσανε στα χεράκια του, καντάρια αλυσίδες,
Βάλανε και στον ώμο του, το μύλο, το λιθάρι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.
Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,
και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.
Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε,
Ελάτε να ‘κλουθήσετε, να πάμε να τον βρούμε.
Ας έρθει η Μάρθα, η Μαριάμ κι η άλλη, η Λισάββα,
Ας έρθει κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.
Κι ακλουθήσαν τ’ Παναγιά, να πάνε να τον βρούνε.
Έριξε τη τζουγκράνα της γινήκαν τα ρουμάνια,
έριξε και το χτένι της, χωρήσαν τα χωράφια,
Έριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια,
κλάψανι τα ματέλια της, γινήκαν τα ζουμπούλια.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί του μουνουπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.
Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον κυνηγούσανε, οι άνομοι Εβραίοι,
Κι έκουψι μες τα πρόβατα κι εκείνα τον εκρύψαν.
Να έχουν την ευχούλα μου, εμού και του ιγιού μου!
Το ένα χίλια να γενεί, τα δυο σου, δυο χιλιάδες,
και τ’ άλλα τα υπόλοιπα, αμέτρητεςς χιλιάδες.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος άλλο τσουμπανάκι.
Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον κυνηγούσανε οι άνομοι Εβραίοι,
Κι έκουψι μες τα γίδια μου κι εκείνα τον εδείξαν.
Ας έχουν την κατάρα μου, εμού και του ιγιού μου!
Το γάλα τους να ‘ναι νερό και το τυρί ασβέστης
Κι όπου κι αν παν κι όπου σταθούν καταραμένα να ‘ναι.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως και τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα μαστοράκι.
Ώρα καλή σου μάστορα, καλώς την Παναγία,
Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;
Εχθές τον επαιρνούσανε, εβραίικα παλικάρια,
Και μένα παραγγείλανε να κάνω δυο περούνια.
Κι εγώ Μαριάμ παράκουσα κι έκαμα τα, πέντε.
Τι θα τα κάνουν μάστορα τα πέντε τα περούνια;
Εγώ Μαριάμ που τα ‘κανα, εγώ θα σ’ αρμηνέψω.
Τα δυο, στα δυο του γόνατα, τ’ άλλα, στα δυο του χέρια,
Το πέμπτο το φαρμακερό, μες τα καρά τζιγέρια,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.
Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,
και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.
Βρ’ ατζίγκανι κι βρε χαρτσιά κι βρε καταραμένι!
Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, πουτές αχλιά μην κάψεις.
Πάντα λιρός, πάντα γυμνός κι πάντα ξισχισμέμνους,
Πουτέ λινό πουκάμιοσου, στη ράχη σου μη βάλεις,
Πουτέ στου ψουμουσάνιοδου, ψουμιά μην απουτάξεις.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Προυτού τουν βάλουν στου Σταυρό και μας τον εσταυρώσουν,
Προυτού τουν βάλουν στα καρφιά, και μας τον θανατώσουν.
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα τσεσμεδάκι.
Σκύψε Μαριάμ να πιεις νερό, νερό με το βαμβάκι,
Να βρέξεις τα χειλάκια σου που στάζει το φαρμάκι.
Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,
Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.
Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,
Και το στρατί τις έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.
Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα μικρά παράθυρα, καλά μανταλωμένα.
Γονάτισε η Παναγιά, κάνει την προσευχή της.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,
Και σεις μικρά παράθυρα, γυρίστε άνου κάτου.
Η πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της
Και τα μικρά παράθυρα γύρισαν άνου κάτου.
Μπαίνει η Παναγιά μπροστά, πίσω ο κόσμος όλος,
κι από το πλήθος το πολύ κι από την Εβραιωσύνη,
κανέναν δεν εγνώρισε, κανέναν δεν γνωρίζει.
Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
Άγιε μου Γιάννη σύντεκνε, μεγάλο τ’ όνομα σου,
Μεγάλη και η χάρη σου και το προσκύνημα σου.
Μην ίδες τον ιγιόκα μου και σε το βάφτισμα σου;
Συ γέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνωρίζεις
κι εγώ που τον εβάπτισα πώς να τον εγνωρίζω;
Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη,
Οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γιόκα σου κι εμέ το βάφτισμα μου.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει
Και σαν της ήρθε ο λογισμός, τούτο το λόγο λέγει.
Σταυρέ, για γύρε χαμηλά, γύρε για να σε φτάσω,
Να σε φιλώ ω γιόκα μου, ώσπου να σε χορτάσω.
Γιε μου, για γύρε χαμηλά, γιε μου, για γύρε εμπρός μου,
Να βγάλω τη μποστοπουδιά, το αίμα να σκουπίσω.
Τα δυο χεράκια σου να δω, γιε μου τα τρυπημένα,
Και να φιλώ τα πόδια σου, τα καταματουμένα.
Γιε μου εγώ σε γέννησα, σπλάχνο μου πονεμένο,
Γιε μου εγώ σε θήλασα, το αίμα της καρδιάς μου.
Γλυκό μου στόμα δε μιλάς, χείλη μου στεγνωμένα,
Καρδούλα μου, για δε χτυπάς; Λυπήσου με και μένα.
Άνοιξε τα ματάκια σου, γιόκα μου τα κλεισμένα,
Και κοίτα κάτω απ’ το Σταυρό και μίλα μου κι εμένα.
--Σώπα μανούλα μου μην κλαις και βαριαναστενάζεις!
--Πούναι γκρεμός να γκρεμιστώ, φωτιά να πέσω απάνω,
Που είναι λίμνη να πνιγώ, θάνατος να πεθάνω.
--Μάναμ’ αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέται ο κόσμος όλος,
Μάνα αν πέσεις στο νερό πνίγετ’ ο κόσμος όλος,
Μάναμ’ αν πέσεις στη φωτιά καίγετ’ ο κόσμος όλος.
Γκριμιόντι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
Γκριμιόντι κ’ οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.
Γκριμιόντι κ’ οι κακόπαντρες για τους κακούς τους άντρες.
Άϊντε μάναμ’ στο σπίτι μας και διάφορο μην έχεις,
Και το Μεγάλο Σάββατο περίμενε με να ‘ρθω.
Σαν κράξουνε οι πετεινοί, σημἀνουν οι καμπάνες,
Τότε και συ μανούλα μου να ‘χεις χαρές μεγάλες,
Απάντεχε με μάνα μου με τις χρυσές λαμπάδες.
Άιντε μάναμ΄ στο σπίτι μας, στον πύργο περιβόλι,
Βάλε κρασί στην κούπα μας κι αφράτο παξιμάδι,
Να κάνεις την παρηγοριά, να βρει ο κόσμος όλος.
Πέρασε κι η Αγιά Καλή κι αυτό το λόγο λέγει.
Ποιος είδε γιο στο μακελειό και μάνα στις ταβέρνες,
Ως μ’ έκαψες Αγιά Καλή, πάντα καμένη να ‘σαι
Και σ’ ένα βαθυλάγγαδο εκεί να πας να κάτσεις,
Ποτέ λιβάνι και κερί μπροστά σου μην ανάψεις.
Καλό είν’ τα’ Άγιος ο Θεός καλό είν’ κι ας το λένε,
Όποιος το λέει σώζεται, όποιος τι λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Η 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1940 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ
Όπως μασ είπε ο Απόστολος Αναγνώστου
Δευτέρα 28η Οκτωβρίου του 1940. Η πρώτη μέρα από την επίσημη έναρξη μιας σειράς συγκλονιστικών γεγονότων για την πατρίδα μας και το χωριό μας.
Νέος τότε εγώ βρισκόμουνα στο χωριό τότε, αφού για οικονομικούς λόγους είχα σταματήσει το Γυμνάσιο. Με τη μάνα μου ετοιμαζόμασταν να πάμε στις ελιές σε ένα χωράφι κοντά στο χωριό, γύρω στις 10 θα ήταν, όταν ακούστηκε ο ντελάλης Ευστράτιος Τακτικός (Μακεδόνος) να διαλαλεί: «Όλοι οι άνδρες να συγκεντρωθούν στο γραφείο της Κοινότητας με τα απολυτήρια του στρατού στα χέρια, για να πάρουν οδηγίες».
Παρένθεση. Τους προηγούμενους μήνες όλους τους έφεδρους για στράτευση, τους καλούσαν κατά καιρούς στην αστυνομία και με κάποια επιλογή που οι στρατιωτικού επέλεξαν, έγραφαν στα απολυτήρια των εφέδρων διάφορα γράμματα: Ρ, Σ, Π…και τότε μάλιστα κυκλοφόρησε κι το δίστιχο: « Με το Σ και με το Ρ / έκανε ο Μεταξάς στρατό».
Το γραφείο της κοινότητας στεγαζόταν τότε στο καφενείο και κουρείο των αδελφών Λαμπρινού. Σταμάτη και Μιχάλη, όπου εγκαταστάθηκε και η υπηρεσία της κοινότητας επειδή το άλλο γραφείο ήτανε υπό κατάρρευση.
Όλος, ο κόσμος όχι μόνο οι στρατεύσιμοι γέμισαν τους δρόμους του χωριού. Σε λίγο καταφτάνει ο αστυνόμος από τα Βασιλικά και ανακοινώνει ότι καλούνται να καταταγούν στο στρατό, με βάση τα γράμματα που είχαν στο απολυτήριο, και να αναχωρήσουν στο Μέτωπο, για τον πόλεμο που μας κήρυξε η Ιταλία.
Όλοι τότε οι καλούμενοι που όπως φάνηκε όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται ανήκαν στις κλάσεις 1927 έως 1939, δηλαδή οι ηλικίες από 21 έως 33 ετών.
Η χαρά και η συγκίνηση ανακατωμένες εκείνη τη μέρα. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν και κάποιαν που έφευγε για το Μέτωπο. Μερικές δε οικογένειες είχαν και δυο και τρία άτομα, όπως η οικογένεια Δούκα Αλβανού τρία άτομα, η οικογένεια Σταυρακέλλη δύο άτομα…
Τότε όλες οι γυναίκες, τα παιδιά και οι μεγαλύτεροι, μάνες, αδερφάδες, σύζυγοι, αρραβωνιαστικιές, κοπέλες, παιδιά συνόδευαν τους στρατευμένους με λουλούδια, με αγκαλιές και με δάκρυα στα μάτια αλλά και με χαρά σαν να έφευγαν για πανηγύρι, μέχρι το πάνω μέρος του χωριού από όπου και θα πέρναγε το λεωφορείο για να τους πάρει. Πρέπει να ήσαν οι στρατευμένοι γύρω στους 50. Μια μέρα που μέσα στην τραγικότητα του πολέμου έμεινε ανεξίτηλη και ξεχωριστή στο χωριό μας.
Μέσα στα σπίτια κανείς. Κάποια στιγμή έρχεται το λεωφορείο, από τον Πολιχνίτο, που όμως ήτανε γεμάτο. Μόλις άνοιξε την πόρτα ο οδηγός Δ. Αποστολέλλης (Τσομπάνης), για να πει ότι έρχεται άλλο λεωφορείο, πρόλαβε τότε και τρύπωσε μέσα, θυμάμαι, μόνο ο Χαράλαμπος. Προκοπίου και η πόρτα έκλεισε. Αργότερα έρχεται το άλλο λεωφορείο και παίρνει τους υπόλοιπους. Σύννεφο τα μαντήλια μέσα κι έξω από τα παράθυρα του λεωφορείου ανέμοζαν στον αέρα για τους αλληλοχαιρετισμούς.
Η μέρα συνεχίστηκε με διάφορες οδηγίες που ερχότανε απ’ το τηλέφωνο και τις οποίες διαλαλούσε ο ντελάλης στο χωριό. Τα παράθυρα σκεπάστηκαν με μπλε κόλες, η κυκλοφορία απαγορεύτηκε και άλλα. Το καφενείο του Βασίλη Σταυρακέλλη όπου υπήρχε ραδιόφωνο, όλη τη μέρα, απ’ το πρωί ως το βράδυ, ήτανε γεμάτο, με καθιστούς και όρθιους, άκουγαν τα νέα. Εκεί μέσα ακούστηκε στο χωριό μας και το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν:
«Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. Μεταδίδομεν το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Αι Ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5ης και 30, πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Εκεί λοιπόν στο καφενείο που μια και μόνο λάμπα το φώτιζε, ακούστηκε μια φωνή: «Ένας φαντάρος…». Βγήκαν έξω, δε μπορώ να θυμηθώ ποιος ήτανε, για να τον ρωτήσουν τι έγινε με τους στρατευμένους. Μάθαμε ότι τους συγκέντρωσαν στους Λάμπου Μύλους και από κει θα κανονιζόταν να φύγουν για το Μέτωπο. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αργότερα κλήθηκαν και κλάσεις 1923 – 1926.
Η κλάση 1940, αργότερα ονομάστηκε «Τάγμα Δωδεκανήσου» επειδή προοριζόταν για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου.
Από το ραδιόφωνο του Σταυρακέλλη μαθαίναμε την εξέλιξη του πολέμου.
14 Νοεμβρίου 1940.
Χτύπησαν για πρώτη φορά πανηγυρικά οι καμπάνες της Εκκλησίας.
Ήτανε η μέρα που τα Ιταλικά στρατεύματα εκδιώχτηκαν από τα στρατό μας έξω από τα Ελληνικά σύνορα. Από κει και πέρα οι καμπάνες χτυπούσαν κάθε φορά που ο στρατός μας απελευθέρωνε μια μετά την άλλη της Ελληνικές, πόλεις της Β. Ηπείρου, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα…
Στο ηρώο του χωριού μας ανάμεσα στα ονόματα αυτών που κατά καιρούς χάρισαν τη ζωή τους στην πατρίδα μας βρίσκονται και τα εξής δύο:
Στρατιώτης Τακτικός Ευστράτιος του Στυλιανού 1940
Στρατιώτης Μοριανέλλης Γεώργιος του Αντωνίου 1940
Οπόταν θυμάμαι αυτή τη μέρα, ακόμα και τώρα ακόμη συγκινούμαι
Μια μοναδική μέρα για το χωριό μας.
Όπως μασ είπε ο Απόστολος Αναγνώστου
Δευτέρα 28η Οκτωβρίου του 1940. Η πρώτη μέρα από την επίσημη έναρξη μιας σειράς συγκλονιστικών γεγονότων για την πατρίδα μας και το χωριό μας.
Νέος τότε εγώ βρισκόμουνα στο χωριό τότε, αφού για οικονομικούς λόγους είχα σταματήσει το Γυμνάσιο. Με τη μάνα μου ετοιμαζόμασταν να πάμε στις ελιές σε ένα χωράφι κοντά στο χωριό, γύρω στις 10 θα ήταν, όταν ακούστηκε ο ντελάλης Ευστράτιος Τακτικός (Μακεδόνος) να διαλαλεί: «Όλοι οι άνδρες να συγκεντρωθούν στο γραφείο της Κοινότητας με τα απολυτήρια του στρατού στα χέρια, για να πάρουν οδηγίες».
Παρένθεση. Τους προηγούμενους μήνες όλους τους έφεδρους για στράτευση, τους καλούσαν κατά καιρούς στην αστυνομία και με κάποια επιλογή που οι στρατιωτικού επέλεξαν, έγραφαν στα απολυτήρια των εφέδρων διάφορα γράμματα: Ρ, Σ, Π…και τότε μάλιστα κυκλοφόρησε κι το δίστιχο: « Με το Σ και με το Ρ / έκανε ο Μεταξάς στρατό».
Το γραφείο της κοινότητας στεγαζόταν τότε στο καφενείο και κουρείο των αδελφών Λαμπρινού. Σταμάτη και Μιχάλη, όπου εγκαταστάθηκε και η υπηρεσία της κοινότητας επειδή το άλλο γραφείο ήτανε υπό κατάρρευση.
Όλος, ο κόσμος όχι μόνο οι στρατεύσιμοι γέμισαν τους δρόμους του χωριού. Σε λίγο καταφτάνει ο αστυνόμος από τα Βασιλικά και ανακοινώνει ότι καλούνται να καταταγούν στο στρατό, με βάση τα γράμματα που είχαν στο απολυτήριο, και να αναχωρήσουν στο Μέτωπο, για τον πόλεμο που μας κήρυξε η Ιταλία.
Όλοι τότε οι καλούμενοι που όπως φάνηκε όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται ανήκαν στις κλάσεις 1927 έως 1939, δηλαδή οι ηλικίες από 21 έως 33 ετών.
Η χαρά και η συγκίνηση ανακατωμένες εκείνη τη μέρα. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν και κάποιαν που έφευγε για το Μέτωπο. Μερικές δε οικογένειες είχαν και δυο και τρία άτομα, όπως η οικογένεια Δούκα Αλβανού τρία άτομα, η οικογένεια Σταυρακέλλη δύο άτομα…
Τότε όλες οι γυναίκες, τα παιδιά και οι μεγαλύτεροι, μάνες, αδερφάδες, σύζυγοι, αρραβωνιαστικιές, κοπέλες, παιδιά συνόδευαν τους στρατευμένους με λουλούδια, με αγκαλιές και με δάκρυα στα μάτια αλλά και με χαρά σαν να έφευγαν για πανηγύρι, μέχρι το πάνω μέρος του χωριού από όπου και θα πέρναγε το λεωφορείο για να τους πάρει. Πρέπει να ήσαν οι στρατευμένοι γύρω στους 50. Μια μέρα που μέσα στην τραγικότητα του πολέμου έμεινε ανεξίτηλη και ξεχωριστή στο χωριό μας.
Μέσα στα σπίτια κανείς. Κάποια στιγμή έρχεται το λεωφορείο, από τον Πολιχνίτο, που όμως ήτανε γεμάτο. Μόλις άνοιξε την πόρτα ο οδηγός Δ. Αποστολέλλης (Τσομπάνης), για να πει ότι έρχεται άλλο λεωφορείο, πρόλαβε τότε και τρύπωσε μέσα, θυμάμαι, μόνο ο Χαράλαμπος. Προκοπίου και η πόρτα έκλεισε. Αργότερα έρχεται το άλλο λεωφορείο και παίρνει τους υπόλοιπους. Σύννεφο τα μαντήλια μέσα κι έξω από τα παράθυρα του λεωφορείου ανέμοζαν στον αέρα για τους αλληλοχαιρετισμούς.
Η μέρα συνεχίστηκε με διάφορες οδηγίες που ερχότανε απ’ το τηλέφωνο και τις οποίες διαλαλούσε ο ντελάλης στο χωριό. Τα παράθυρα σκεπάστηκαν με μπλε κόλες, η κυκλοφορία απαγορεύτηκε και άλλα. Το καφενείο του Βασίλη Σταυρακέλλη όπου υπήρχε ραδιόφωνο, όλη τη μέρα, απ’ το πρωί ως το βράδυ, ήτανε γεμάτο, με καθιστούς και όρθιους, άκουγαν τα νέα. Εκεί μέσα ακούστηκε στο χωριό μας και το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν:
«Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. Μεταδίδομεν το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Αι Ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5ης και 30, πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Εκεί λοιπόν στο καφενείο που μια και μόνο λάμπα το φώτιζε, ακούστηκε μια φωνή: «Ένας φαντάρος…». Βγήκαν έξω, δε μπορώ να θυμηθώ ποιος ήτανε, για να τον ρωτήσουν τι έγινε με τους στρατευμένους. Μάθαμε ότι τους συγκέντρωσαν στους Λάμπου Μύλους και από κει θα κανονιζόταν να φύγουν για το Μέτωπο. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αργότερα κλήθηκαν και κλάσεις 1923 – 1926.
Η κλάση 1940, αργότερα ονομάστηκε «Τάγμα Δωδεκανήσου» επειδή προοριζόταν για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου.
Από το ραδιόφωνο του Σταυρακέλλη μαθαίναμε την εξέλιξη του πολέμου.
14 Νοεμβρίου 1940.
Χτύπησαν για πρώτη φορά πανηγυρικά οι καμπάνες της Εκκλησίας.
Ήτανε η μέρα που τα Ιταλικά στρατεύματα εκδιώχτηκαν από τα στρατό μας έξω από τα Ελληνικά σύνορα. Από κει και πέρα οι καμπάνες χτυπούσαν κάθε φορά που ο στρατός μας απελευθέρωνε μια μετά την άλλη της Ελληνικές, πόλεις της Β. Ηπείρου, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα…
Στο ηρώο του χωριού μας ανάμεσα στα ονόματα αυτών που κατά καιρούς χάρισαν τη ζωή τους στην πατρίδα μας βρίσκονται και τα εξής δύο:
Στρατιώτης Τακτικός Ευστράτιος του Στυλιανού 1940
Στρατιώτης Μοριανέλλης Γεώργιος του Αντωνίου 1940
Οπόταν θυμάμαι αυτή τη μέρα, ακόμα και τώρα ακόμη συγκινούμαι
Μια μοναδική μέρα για το χωριό μας.
Χαρά, λύπη, προσδοκίες για καλό τέλος, επιστροφή των παιδιών…
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008
ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ
42 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη προς Πολιχνίτο και 5 πριν τον Πολιχνίτο, στα δεξιά του δρόμου, συναντάμε τη διασταύρωση που μετά 1 χιλιόμετρο σε φέρνει μπροστά στα πρώτα σπίτια του Λισβορίου.
ΛΙΣΒΟΡΙ! Ένα όμορφο και ζωντανό προς το παρόν χωριό. Βρίσκεται στη Δυτική πλευρά της χερσονήσου του Ολύμπου και στο μέσον περίπου της Ανατολικής ακτής του κόλπου Καλλονής. Έχει πρόσοψη προς Βορρά, και απέχει από τη θάλασσα, (κόλπο Καλλονής), - 3 -, χιλιόμετρα περίπου, με υψόμετρο από αυτήν περί τα 100 μέτρα, και από το πέριξ πευκοδάσος - 4 - χιλιόμετρα περίπου. Από το ψηλότερο σημείο του χωριού, μπορείς να δεις ολόκληρο σχεδόν τον κόλπο Καλλονής και αυτό ακόμη το στόμιο του, που ονομάζεται από τους ντόπιους « μπουγάζ», ( - μπουγάζι -έμπαση - είσοδος ).Ακόμη μπορεί κανείς να δει και μέρος του Αιγαίου πελάγους, και ακόμη να διακρίνει, αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, και τις ψηλότερες κορφές της Χίου. Οι ελαιώνες του χωριού είναι από τους καλύτερους του νησιού, και τα εδάφη του τα πλέον προικισμένα και εύφορα.
Γειτονικά του χωριά είναι τα Βασιλικά απ’ όπου απέχει περί τα - 2 - χιλιόμ , και ο Πολιχνίτος, κεφαλοχώρι της περιοχής και έδρα του Δήμου, από όπου απέχει - 5 - χιλιόμ.
Τα εύφορα εδάφη του, που επιτρέπουν την πολυκαλλιέργεια, (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, η γλυκάνισος το κύριο συστατικό για το Μυτιληνιό ούζο που πουθενά αλλού δεν ευδοκιμεί όπως εδώ, τα κρεμμύδια, τα ρεβίθια...), το πλούσιο αρδευτικό - ιδιωτικό και Κοινοτικό - σύστημα, η καλή αγροτική οδοποιία, τα πολλά και αποδοτικότατα - «παλκάρια δέντρα»- ελαιόδεντρα, η αναπτυγμένη κτηνοτροφία, το πασίγνωστο Λισβοριανό, σιταρένιο, ψωμί, η γειτνίαση με τον Κόλπο της Καλλονής, η εύκολη πρόσβαση με το υπόλοιπο νησί, έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ζωντανή παραγωγικότητα και ταυτόχρονα ζωτικότητα, του χωριού. Βέβαια η αρρώστια της εποχής, που ονομάζεται «μαρασμός της υπαίθρου», δεν άφησε ανέγγιχτο ούτε το Λισβόρι. με τις τόσες προϋποθέσεις ζωής. Το Λισβόρι, χρόνο με το χρόνο οδηγείται στο δρόμο, που οδηγούνται όλα τα χωριά της πατρίδος μας.
Παρ' όλα αυτά, είναι ένα απ' τα λίγα χωριά που κρατεί την νεολαία και αρκετά νέα ζευγάρια κοντά του. Οι προϋποθέσεις και τα κίνητρα υπάρχουν. Μόνο που πρέπει να το καταλάβουμε αυτό πρώτα εμείς και έπειτα «οι άνωθεν ιστάμενοι», και να ρίξουν μια ματιά αγάπης στην ύπαιθρο, την καρδιά της Ελλάδος γιατί αν σταματήσει -και θα σταματήσει όπως δείχνουν τα πράγματα -, να χτυπά αυτή η καρδιά, ο θάνατος είναι σίγουρος και αναπόφευκτος.
Ένα χιλιόμετρο λοιπόν αφού στρίψουμε δεξιά στο 42ο χιλ. της εθνικής οδού Μυτιλήνης Πολιχνίτου, και αφού σταυροκοπηθούμε στο νεόδμητο Άγιο Φανούριο, θα συναρτήσουμε δεξιά μας το αλσύλιο του Αριστείδη Γιαννόγλου με τα πεύκα, που μας λένε το καλωσόρισες! Αν τύχει και είναι σχολική περίοδος ίσως να δούμε και τα παιδιά του σχολείου που ήρθαν εδώ για την εκδρομή
τους και να ξεσκάσουν από τα μαθήματα. Αν στρίψουμε το κεφάλι μας απ’ την άλλη μεριά του δρόμου, λίγο πιο πέρα, θα δούμε μέσα στο βαθούλωμα της περιοχής «Πηγάδια» και ανάμεσα στα λιόδενδρα τον Άη Στράτη. Εδώ βρίοκεται και η «μάνα», η πηγή από όπου παλιότερα έπαιρνε νερό το χωριό.
Αριστερά και δεξιά δυο παλιά εξοχικά κέντρα, με μεγάλο περίβολο. Κλειστά και με άλλη χρήση σήμερα, τον καιρό που ήσαν στις δόξες τους φιλοξένησαν μεγάλα γλέντια και πολύ κόσμο. Το ένα σήμερα ανήκει στην οικογένεια Δαλβαδάνη και το άλλο στα αδέλφια Χατζησταματίου. Εδώ είναι και το ηρώο του Χωριού.
Απέναντι ακριβώς η «Παιδική Χαρά», σε οικόπεδο που δώρισε ο Παναγιώτης Θεοδ. Χατζηπαναγιώτης.
Λίγο πιο κάτω δυο καφενεία! Το καφενείο του Αποστόλου Παυλή και του καφενείο του Βασίλη του Μοριανέλλη. Κλειστά και τα δυο! «Καφενείον ο Σταθμός», διαβάζουμε στο ένα. Εδώ συγκεντρωνότανε ο κόσμος παλαιότερα, από τις 6,30 το πρωί, όταν ακόμα τα ΚΤΕΛ ήτανε στις δόξες τους και τα ΙΧ αυτοκίνητα λιγοστά, για να πάει στη πρωτεύουσα να κάνει τις δουλειές του, να κάνει τα ψώνια του και να επιστρέψει το μεσημέρι με τα σουσαμένια «σουμίτια» στο χέρι. Εδώ λοιπόν, σ’ αυτά τα δυο καφενεία γινότανε πρωί – πρωί το «έλα να δεις»! Καφέδες, και τσάγια και μπόλικη κουβέντα. Όλα τα τεκταινόμενα του χωριού μα και όλης της Ελλάδας παιρνούσαν από ψιλό κόσκινο μέχρι να έρθει το λεωφορείο.
Εδώ βρίσκεται και το Σχολείο του χωριού. Έργο του 1930, με μπόλικο καφετί πωρόλιθο της περιοχής, τριθέσιο σήμερα, με 25 παιδιά. Τεράστια η αυλή του σχολείου και μέσα σ’ αυτή το νεόκτιστο Νηπιαγωγείο, με 15 περίπου παιδιά. Μπροστά στο Σχολείο μια όμορφη πετρόκτιστη βρύση με την πέτρα των Μυστεγνών, έργο του 2007 και με δαπάνες του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.
Αριστερά ο δρόμος σε βγάζει στα «Αλώνια». Ίσως το όνομα της η περιοχή αυτή να το οφείλει στο επίπεδο του εδάφους, υπάρχει αρκετό κατηφοριά στο Λισβόρι, όπου ο χώρος προσφερόταν για αλώνισμα τότε που τα σπίτια ήτανε λιγότερα και τα χωράφια πιο πολλά. Αν συνεχίσεις μέσα από ένα μονοπάτι «ποταμό» τον λένε οι ντόπιοι, μια και όταν βρέχει συγκεντρώνονται εκεί αρκετά νερά για να κατηφορίσουν, θα βγεις σε αγροτική περιοχή, κοντά στον Κατάπυργο, στα «Λιόμπουλα» και από κει στο δρόμο Μυτιλήνης – Πολιχνίτου».
Δεξιά, κατηφορίζουν δυο δρόμοι ως την αγορά. Κατήφορος με μεγάλη κλίση ο ένας, που σε οδηγεί στο τέλος του και από τα δεξιά στα «Βρυσούδια», την Αγία Παρασκευή, την «Παλιόμαντρα», τα Βασιλικά και από αριστερά στον Αγροτικό Συνεταιρισμό και συνεχίζοντας στο Κοινοτικό Γραφείο, την πλατεία της Κοινότητας και την αγορά. Στην αρχή του δρόμου αυτού μια παλιά εγκαταλελειμμένη βρύση με στέρνα.
Ο αριστερός δρόμος, κατήφορος κι αυτός, διακλαδώνεται με αρκετούς άλλους δρομίσκους και προχωρεί προς την αγορά. Μόλις τελειώσει το κατηφορικό μέρος του δρόμου τούτου βρισκόμαστε μπροστά σε δυο παλιά «καφεπαντοπωλεία» από τα οποία το ένα της οικογένειας Περικλή Γαβριήλ έχει κλείσει και το άλλο του Μηνά Γαβριήλ που λειτουργεί σήμερα μόνο σαν παντοπωλείο. Λίγο πιο κάτω το ένα από τα δυο παραδοσιακά αρτοποιεία με τους ξυλόφουρνους και με αποκλειστικότητα στο Λισβοριανό σιταρένιο ψωμί και το Λισβοριανό παξιμάδι. Ανήκει στην οικογένεια Προκοπίου και σήμερα το λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής. Ακριβώς απέναντι ο «Πάνω πύργος». Ένα παλιό πέτρινο κτίριο, που το κάτω μέρος τους θυμίζει πύργο. Τούτος σε αντιδιαστολή με τον άλλον και σε πιο χαμηλό μέρος πύργο, τον κάτω πύργο, «Κατάπυργο», ήτανε ένα από τα φυλάκια της περιοχής τον καιρό των πειρατών. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Παλαιολόγου. Καρδάτου και κάποτε φιλοξένησε και κάποιες τάξεις του σχολείου.
Λίγο πριν στρίψουμε για την αγορά συναντάμε τον κύριο δρόμο για τα Λιόμπουλα» και τον Πολιχνίτο, τους Αγίους Αναργύρους, τον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Σέργιο, τον «Κατάπυργο». Στο δρόμο τούτο ένα άλλο κλειστό εξοχικό κέντρο του Σταύρου Σαββαδέλλη που για κάποια χρόνια, λειτούργησε και σαν Νηπιαγωγείο. Παρακάτω είναι και το παλιό «αλμπάνικο» και πεταλωτήριο του χωριού. Ιδιοκτήτης η οικογένεια Προκοπίου. Ο γνωστός Γιάννης «αλμπάνης», το λειτουργούσε προ ετών σαν σιδηρουργείο και μετά το έκλεισε.
Φτάνουμε τώρα μπροστά στην Εκκλησία. Άη - Γιάννης ο Πρόδρομος. Τρίκλιτη κεραμοσκέπαστη Βασιλική, που η ανέγερσή της ανάγεται γύρω στα 1830. Κυριαρχεί κι εδώ η καφετιά, πέτρα της περιοχής και οι μαρμάρινες κολώνες του Νάρθηκα που ασφαλώς έχουν μεταφερθεί από άλλες παλαιοχριστιανικές Βασιλικές. Το καμπαναριό, από καφετιά πέτρα, κι αυτό με είναι έργο του 1887 (Μαρτίου 4). Νότια της Εκκλησίας και σε υψηλότερο επίπεδο, σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Εκκλησίας στέκεται ένα διώροφο γκρεμισμένο κτήριο, και δυο υψηλά γερασμένα πεύκα για συντροφιά. Κτίστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1887. Είναι το Παλαιότερο Σχολείο χωριού, το «Σχολείον των Αρρένων» όπως αναφέρει και ο οικονόμος Τάξης.
Στο πίσω μέρος της Εκκλησίας και ακριβώς πίσω από το ιερό, η οικία σήμερα Προκοπίου, για την οποία λέγεται ότι ο πασάς που στα χρόνια της τουρκοκρατίας κατοικούσε εκεί και για να μην κρύψουν τη θέα του προς τη θάλασσα, υποχρέωσε τους κατοίκους να σκάψουν αρκετά μέτρα, για να κτιστεί η εκκλησία σε χαμηλότερο σημείο από το σπίτι του.
Απέναντι από την Εκκλησία το μικρό καφενείο της Στέλλας Προκοπίου.
Ένας άλλος δρόμος απέναντι από την πρόσοψη της Εκκλησίας σε οδηγεί στο Νεκροταφείο του χωριού και στις Θερμοπηγές, στον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, στον Πολιχνίτο.
Και τώρα στην αγορά.
Τα παλιά καφενεία και τα άλλα καταστήματα του χωριού. Μια σειρά από παλιά κτίσματα με τις προσόψεις τους φτιαγμένες από λαξευμένη καφετιά, ροζωπή και λευκωπή ντόπια μαλακιά πέτρα (ιγνιβρίτη), με μεγάλα πορτοπαράθυρα, πέτρινες αψίδες, και κοσμήματα σου δίνουν μια εικόνα από το μεράκι του παλιού τεχνίτη.
Το γαλακτοπωλείο του Χαδεμένου, κτίσμα του 1935. Εδώ δίπλα υπήρχε και το παλιό κρεοπωλείο του Καραβασίλη.
Δίπλα δύο καφενεία. Το πρώτο, το μεγάλο καφενείο, είναι των αδελφών Αντωνίου και Γεωργίου Σταυρακέλλη, (μακαρίτες σήμερα και οι δύο) που κτίστηκε το 1895, (ΣΕΠΤΕ Α'), και φέρει την επιγραφή στην πρόσοψη και επάνω από τη μια από τις δυο πόρτες του, "ΕΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΜΕΘ ΗΜΩΝ ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΘ ΗΜΩΝ". Μεγάλα παράθυρα, με συρταρωτά καφάσια και σιδερένια παντζούρια. Η γωνιά, ο μπουφές τα ξύλινα καγκελάκια, οι κολώνες ξύλινες που στηρίζουν την οροφή, οι αψίδες, το πατάρι.. Εκεί έμενε παλιά ο καφετζής ή ο παραγιός. Ήτανε «καφεπαντοπωλείο». Αναπαυτικοί δερμάτινοι καναπέδες, ξύλινες καρέκλες και τραπεζάκια, η ξυλόσομπα. Σήμερα κλειστό. Το καφενείο τούτο, το 1948 με ανεμογεννήτρια, υπάρχουν ακόμα απομεινάρια της, φωτιζότανε με ηλεκτρικό φως και έπαιζε και ραδιόφωνο! Στο καφενείο τούτο κυκλοφορούσαν και βιβλία προς ανάγνωση. Ήτανε το κα
φενείο των «κουλτουρτιάρηδων» θα λέγαμε του χωριού.
Δίπλα ακόμα ένα λιθόκτιστο καφενείο – καφετερία, του Παναγιώτη Σταυρακέλλη.
Απέναντι, άλλα δυο καφενεία. Το παλαιό «καφεπαντοπωλείο» του Πανσέληνου, με το ξύλινο πάτωμα και πιο πέρα το κλειστό νεόκτιστο καφενείο της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου. Ανάμεσα στα δυο αυτά καφενεία, το ανύπαρκτο πλέον τηλεφωνείο του χωριού και δίπλα το άλλο κλειστό κρεοπωλείο.
Άλλο ένα μεγάλο καφενείο της αγοράς είναι το καφενείο της οικογένειας Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη στη μικρή πλατεία της αγοράς και λίγο πιο πέρα του Κυριάκου Δαλβαδάνη, Απέναντι το κλειστό καφενείο του Παναγιώτη Θεοδ. Χατζηπαναγιώτη.
Εδώ είναι και τα δημοτικά ουρητήρια, για να καταλήξουμε στο κτίριο της Κοινότητας και στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, «Πέτρινο» και το όνομά της, με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα από ιγνιβρίτη. Παλαιό καφενείο και αυτή που λειτούργησε για κάποια χρόνια- και σαν κατάστημα με είδη οικοδομής.
Τελειώνουμε προς το παρόν εδώ το σεργιάνι μας, στο σημείο τούτο της πλατείας της Κοινότητας, με το πλάτανο απέναντι από το παντοπωλείο σήμερα της οικογένειας Γιάννη Θερμιώτη και το μικρό παραπέρα καφενείο, παντοπωλείο και ψιλικατζίδικο που ανήκει στην οικογένεια Παναγιώτη Γαβριήλ.
ΛΙΣΒΟΡΙ! Ένα όμορφο και ζωντανό προς το παρόν χωριό. Βρίσκεται στη Δυτική πλευρά της χερσονήσου του Ολύμπου και στο μέσον περίπου της Ανατολικής ακτής του κόλπου Καλλονής. Έχει πρόσοψη προς Βορρά, και απέχει από τη θάλασσα, (κόλπο Καλλονής), - 3 -, χιλιόμετρα περίπου, με υψόμετρο από αυτήν περί τα 100 μέτρα, και από το πέριξ πευκοδάσος - 4 - χιλιόμετρα περίπου. Από το ψηλότερο σημείο του χωριού, μπορείς να δεις ολόκληρο σχεδόν τον κόλπο Καλλονής και αυτό ακόμη το στόμιο του, που ονομάζεται από τους ντόπιους « μπουγάζ», ( - μπουγάζι -έμπαση - είσοδος ).Ακόμη μπορεί κανείς να δει και μέρος του Αιγαίου πελάγους, και ακόμη να διακρίνει, αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, και τις ψηλότερες κορφές της Χίου. Οι ελαιώνες του χωριού είναι από τους καλύτερους του νησιού, και τα εδάφη του τα πλέον προικισμένα και εύφορα.
Γειτονικά του χωριά είναι τα Βασιλικά απ’ όπου απέχει περί τα - 2 - χιλιόμ , και ο Πολιχνίτος, κεφαλοχώρι της περιοχής και έδρα του Δήμου, από όπου απέχει - 5 - χιλιόμ.
Τα εύφορα εδάφη του, που επιτρέπουν την πολυκαλλιέργεια, (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, η γλυκάνισος το κύριο συστατικό για το Μυτιληνιό ούζο που πουθενά αλλού δεν ευδοκιμεί όπως εδώ, τα κρεμμύδια, τα ρεβίθια...), το πλούσιο αρδευτικό - ιδιωτικό και Κοινοτικό - σύστημα, η καλή αγροτική οδοποιία, τα πολλά και αποδοτικότατα - «παλκάρια δέντρα»- ελαιόδεντρα, η αναπτυγμένη κτηνοτροφία, το πασίγνωστο Λισβοριανό, σιταρένιο, ψωμί, η γειτνίαση με τον Κόλπο της Καλλονής, η εύκολη πρόσβαση με το υπόλοιπο νησί, έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ζωντανή παραγωγικότητα και ταυτόχρονα ζωτικότητα, του χωριού. Βέβαια η αρρώστια της εποχής, που ονομάζεται «μαρασμός της υπαίθρου», δεν άφησε ανέγγιχτο ούτε το Λισβόρι. με τις τόσες προϋποθέσεις ζωής. Το Λισβόρι, χρόνο με το χρόνο οδηγείται στο δρόμο, που οδηγούνται όλα τα χωριά της πατρίδος μας.
Παρ' όλα αυτά, είναι ένα απ' τα λίγα χωριά που κρατεί την νεολαία και αρκετά νέα ζευγάρια κοντά του. Οι προϋποθέσεις και τα κίνητρα υπάρχουν. Μόνο που πρέπει να το καταλάβουμε αυτό πρώτα εμείς και έπειτα «οι άνωθεν ιστάμενοι», και να ρίξουν μια ματιά αγάπης στην ύπαιθρο, την καρδιά της Ελλάδος γιατί αν σταματήσει -και θα σταματήσει όπως δείχνουν τα πράγματα -, να χτυπά αυτή η καρδιά, ο θάνατος είναι σίγουρος και αναπόφευκτος.
Ένα χιλιόμετρο λοιπόν αφού στρίψουμε δεξιά στο 42ο χιλ. της εθνικής οδού Μυτιλήνης Πολιχνίτου, και αφού σταυροκοπηθούμε στο νεόδμητο Άγιο Φανούριο, θα συναρτήσουμε δεξιά μας το αλσύλιο του Αριστείδη Γιαννόγλου με τα πεύκα, που μας λένε το καλωσόρισες! Αν τύχει και είναι σχολική περίοδος ίσως να δούμε και τα παιδιά του σχολείου που ήρθαν εδώ για την εκδρομή
τους και να ξεσκάσουν από τα μαθήματα. Αν στρίψουμε το κεφάλι μας απ’ την άλλη μεριά του δρόμου, λίγο πιο πέρα, θα δούμε μέσα στο βαθούλωμα της περιοχής «Πηγάδια» και ανάμεσα στα λιόδενδρα τον Άη Στράτη. Εδώ βρίοκεται και η «μάνα», η πηγή από όπου παλιότερα έπαιρνε νερό το χωριό.Αριστερά και δεξιά δυο παλιά εξοχικά κέντρα, με μεγάλο περίβολο. Κλειστά και με άλλη χρήση σήμερα, τον καιρό που ήσαν στις δόξες τους φιλοξένησαν μεγάλα γλέντια και πολύ κόσμο. Το ένα σήμερα ανήκει στην οικογένεια Δαλβαδάνη και το άλλο στα αδέλφια Χατζησταματίου. Εδώ είναι και το ηρώο του Χωριού.
Απέναντι ακριβώς η «Παιδική Χαρά», σε οικόπεδο που δώρισε ο Παναγιώτης Θεοδ. Χατζηπαναγιώτης.
Λίγο πιο κάτω δυο καφενεία! Το καφενείο του Αποστόλου Παυλή και του καφενείο του Βασίλη του Μοριανέλλη. Κλειστά και τα δυο! «Καφενείον ο Σταθμός», διαβάζουμε στο ένα. Εδώ συγκεντρωνότανε ο κόσμος παλαιότερα, από τις 6,30 το πρωί, όταν ακόμα τα ΚΤΕΛ ήτανε στις δόξες τους και τα ΙΧ αυτοκίνητα λιγοστά, για να πάει στη πρωτεύουσα να κάνει τις δουλειές του, να κάνει τα ψώνια του και να επιστρέψει το μεσημέρι με τα σουσαμένια «σουμίτια» στο χέρι. Εδώ λοιπόν, σ’ αυτά τα δυο καφενεία γινότανε πρωί – πρωί το «έλα να δεις»! Καφέδες, και τσάγια και μπόλικη κουβέντα. Όλα τα τεκταινόμενα του χωριού μα και όλης της Ελλάδας παιρνούσαν από ψιλό κόσκινο μέχρι να έρθει το λεωφορείο.
Εδώ βρίσκεται και το Σχολείο του χωριού. Έργο του 1930, με μπόλικο καφετί πωρόλιθο της περιοχής, τριθέσιο σήμερα, με 25 παιδιά. Τεράστια η αυλή του σχολείου και μέσα σ’ αυτή το νεόκτιστο Νηπιαγωγείο, με 15 περίπου παιδιά. Μπροστά στο Σχολείο μια όμορφη πετρόκτιστη βρύση με την πέτρα των Μυστεγνών, έργο του 2007 και με δαπάνες του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.
Αριστερά ο δρόμος σε βγάζει στα «Αλώνια». Ίσως το όνομα της η περιοχή αυτή να το οφείλει στο επίπεδο του εδάφους, υπάρχει αρκετό κατηφοριά στο Λισβόρι, όπου ο χώρος προσφερόταν για αλώνισμα τότε που τα σπίτια ήτανε λιγότερα και τα χωράφια πιο πολλά. Αν συνεχίσεις μέσα από ένα μονοπάτι «ποταμό» τον λένε οι ντόπιοι, μια και όταν βρέχει συγκεντρώνονται εκεί αρκετά νερά για να κατηφορίσουν, θα βγεις σε αγροτική περιοχή, κοντά στον Κατάπυργο, στα «Λιόμπουλα» και από κει στο δρόμο Μυτιλήνης – Πολιχνίτου».
Δεξιά, κατηφορίζουν δυο δρόμοι ως την αγορά. Κατήφορος με μεγάλη κλίση ο ένας, που σε οδηγεί στο τέλος του και από τα δεξιά στα «Βρυσούδια», την Αγία Παρασκευή, την «Παλιόμαντρα», τα Βασιλικά και από αριστερά στον Αγροτικό Συνεταιρισμό και συνεχίζοντας στο Κοινοτικό Γραφείο, την πλατεία της Κοινότητας και την αγορά. Στην αρχή του δρόμου αυτού μια παλιά εγκαταλελειμμένη βρύση με στέρνα.
Ο αριστερός δρόμος, κατήφορος κι αυτός, διακλαδώνεται με αρκετούς άλλους δρομίσκους και προχωρεί προς την αγορά. Μόλις τελειώσει το κατηφορικό μέρος του δρόμου τούτου βρισκόμαστε μπροστά σε δυο παλιά «καφεπαντοπωλεία» από τα οποία το ένα της οικογένειας Περικλή Γαβριήλ έχει κλείσει και το άλλο του Μηνά Γαβριήλ που λειτουργεί σήμερα μόνο σαν παντοπωλείο. Λίγο πιο κάτω το ένα από τα δυο παραδοσιακά αρτοποιεία με τους ξυλόφουρνους και με αποκλειστικότητα στο Λισβοριανό σιταρένιο ψωμί και το Λισβοριανό παξιμάδι. Ανήκει στην οικογένεια Προκοπίου και σήμερα το λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής. Ακριβώς απέναντι ο «Πάνω πύργος». Ένα παλιό πέτρινο κτίριο, που το κάτω μέρος τους θυμίζει πύργο. Τούτος σε αντιδιαστολή με τον άλλον και σε πιο χαμηλό μέρος πύργο, τον κάτω πύργο, «Κατάπυργο», ήτανε ένα από τα φυλάκια της περιοχής τον καιρό των πειρατών. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Παλαιολόγου. Καρδάτου και κάποτε φιλοξένησε και κάποιες τάξεις του σχολείου.
Λίγο πριν στρίψουμε για την αγορά συναντάμε τον κύριο δρόμο για τα Λιόμπουλα» και τον Πολιχνίτο, τους Αγίους Αναργύρους, τον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Σέργιο, τον «Κατάπυργο». Στο δρόμο τούτο ένα άλλο κλειστό εξοχικό κέντρο του Σταύρου Σαββαδέλλη που για κάποια χρόνια, λειτούργησε και σαν Νηπιαγωγείο. Παρακάτω είναι και το παλιό «αλμπάνικο» και πεταλωτήριο του χωριού. Ιδιοκτήτης η οικογένεια Προκοπίου. Ο γνωστός Γιάννης «αλμπάνης», το λειτουργούσε προ ετών σαν σιδηρουργείο και μετά το έκλεισε.
Φτάνουμε τώρα μπροστά στην Εκκλησία. Άη - Γιάννης ο Πρόδρομος. Τρίκλιτη κεραμοσκέπαστη Βασιλική, που η ανέγερσή της ανάγεται γύρω στα 1830. Κυριαρχεί κι εδώ η καφετιά, πέτρα της περιοχής και οι μαρμάρινες κολώνες του Νάρθηκα που ασφαλώς έχουν μεταφερθεί από άλλες παλαιοχριστιανικές Βασιλικές. Το καμπαναριό, από καφετιά πέτρα, κι αυτό με είναι έργο του 1887 (Μαρτίου 4). Νότια της Εκκλησίας και σε υψηλότερο επίπεδο, σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Εκκλησίας στέκεται ένα διώροφο γκρεμισμένο κτήριο, και δυο υψηλά γερασμένα πεύκα για συντροφιά. Κτίστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1887. Είναι το Παλαιότερο Σχολείο χωριού, το «Σχολείον των Αρρένων» όπως αναφέρει και ο οικονόμος Τάξης.
Στο πίσω μέρος της Εκκλησίας και ακριβώς πίσω από το ιερό, η οικία σήμερα Προκοπίου, για την οποία λέγεται ότι ο πασάς που στα χρόνια της τουρκοκρατίας κατοικούσε εκεί και για να μην κρύψουν τη θέα του προς τη θάλασσα, υποχρέωσε τους κατοίκους να σκάψουν αρκετά μέτρα, για να κτιστεί η εκκλησία σε χαμηλότερο σημείο από το σπίτι του.
Απέναντι από την Εκκλησία το μικρό καφενείο της Στέλλας Προκοπίου.
Ένας άλλος δρόμος απέναντι από την πρόσοψη της Εκκλησίας σε οδηγεί στο Νεκροταφείο του χωριού και στις Θερμοπηγές, στον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, στον Πολιχνίτο.
Και τώρα στην αγορά.
Τα παλιά καφενεία και τα άλλα καταστήματα του χωριού. Μια σειρά από παλιά κτίσματα με τις προσόψεις τους φτιαγμένες από λαξευμένη καφετιά, ροζωπή και λευκωπή ντόπια μαλακιά πέτρα (ιγνιβρίτη), με μεγάλα πορτοπαράθυρα, πέτρινες αψίδες, και κοσμήματα σου δίνουν μια εικόνα από το μεράκι του παλιού τεχνίτη.
Το γαλακτοπωλείο του Χαδεμένου, κτίσμα του 1935. Εδώ δίπλα υπήρχε και το παλιό κρεοπωλείο του Καραβασίλη.
Δίπλα δύο καφενεία. Το πρώτο, το μεγάλο καφενείο, είναι των αδελφών Αντωνίου και Γεωργίου Σταυρακέλλη, (μακαρίτες σήμερα και οι δύο) που κτίστηκε το 1895, (ΣΕΠΤΕ Α'), και φέρει την επιγραφή στην πρόσοψη και επάνω από τη μια από τις δυο πόρτες του, "ΕΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΜΕΘ ΗΜΩΝ ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΘ ΗΜΩΝ". Μεγάλα παράθυρα, με συρταρωτά καφάσια και σιδερένια παντζούρια. Η γωνιά, ο μπουφές τα ξύλινα καγκελάκια, οι κολώνες ξύλινες που στηρίζουν την οροφή, οι αψίδες, το πατάρι.. Εκεί έμενε παλιά ο καφετζής ή ο παραγιός. Ήτανε «καφεπαντοπωλείο». Αναπαυτικοί δερμάτινοι καναπέδες, ξύλινες καρέκλες και τραπεζάκια, η ξυλόσομπα. Σήμερα κλειστό. Το καφενείο τούτο, το 1948 με ανεμογεννήτρια, υπάρχουν ακόμα απομεινάρια της, φωτιζότανε με ηλεκτρικό φως και έπαιζε και ραδιόφωνο! Στο καφενείο τούτο κυκλοφορούσαν και βιβλία προς ανάγνωση. Ήτανε το κα
φενείο των «κουλτουρτιάρηδων» θα λέγαμε του χωριού.Δίπλα ακόμα ένα λιθόκτιστο καφενείο – καφετερία, του Παναγιώτη Σταυρακέλλη.
Απέναντι, άλλα δυο καφενεία. Το παλαιό «καφεπαντοπωλείο» του Πανσέληνου, με το ξύλινο πάτωμα και πιο πέρα το κλειστό νεόκτιστο καφενείο της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου. Ανάμεσα στα δυο αυτά καφενεία, το ανύπαρκτο πλέον τηλεφωνείο του χωριού και δίπλα το άλλο κλειστό κρεοπωλείο.
Άλλο ένα μεγάλο καφενείο της αγοράς είναι το καφενείο της οικογένειας Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη στη μικρή πλατεία της αγοράς και λίγο πιο πέρα του Κυριάκου Δαλβαδάνη, Απέναντι το κλειστό καφενείο του Παναγιώτη Θεοδ. Χατζηπαναγιώτη.
Εδώ είναι και τα δημοτικά ουρητήρια, για να καταλήξουμε στο κτίριο της Κοινότητας και στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, «Πέτρινο» και το όνομά της, με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα από ιγνιβρίτη. Παλαιό καφενείο και αυτή που λειτούργησε για κάποια χρόνια- και σαν κατάστημα με είδη οικοδομής.
Τελειώνουμε προς το παρόν εδώ το σεργιάνι μας, στο σημείο τούτο της πλατείας της Κοινότητας, με το πλάτανο απέναντι από το παντοπωλείο σήμερα της οικογένειας Γιάννη Θερμιώτη και το μικρό παραπέρα καφενείο, παντοπωλείο και ψιλικατζίδικο που ανήκει στην οικογένεια Παναγιώτη Γαβριήλ.
Βρισκόμαστε στη πλατεία της Κοινότητας, με τον πλάτανο, το μοναδικό πλάτανο, μέσα στο χωριό μας. Εδώ πέρα βρισκόταν και το «σιντριβάνι», έτσι λέγανε το πηγάδι με το πέτρινο δαχτυλίδι, από όπου ανέβαζαν γάργαρο νερό.
Εδώ είναι και το κτίριο της «πάλαι ποτέ» Κοινότητας, που το «πήρε και το σήκωσε» ο «Καποδίστριας», το Αγροτικό Ιατρείο, τα κοινοτικά ουρητήρια και η Αγροτολέσχη στον πάνω όροφο. Το κτίριο τούτο χρονολογείται από το 1958 - 60.
Παλιά βρισκόταν εδώ ένας ελαιόμυλος, το τζαμί και ο μιναρές για τον τούρκικο πληθυσμό, αφού όπως ήδη σημειώσαμε και όπως μας αναφέρει ο Σταυράκης Αναγνώστου ήταν υπό Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον χωρίον, και έχον Ναόν τον Άγιον Ίωάννην τον Πρόδρομο». Σήμερα στο χώρο όπου ήτανε το Τζαμί βρίσκεται η οικία της οικογένειας Ευσταθίου.
Σχετικά με την αγροτολέσχη πρέπει να αναφέρουμε ότι είναι ένας πολυχώρος που χρησιμοποιείται από όλους τους φορείς του χωριού και πολλές και ποικίλλες εκδηλώσεις. Παλαιότερα γνώρισε μεγάλες δόξες με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούσε εκεί ο Αγροτοεκπολιτιστικός Σύλλογος του χωριού ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Στην αγροτολέσαχη στεγάζεται και η Κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά και αξιόλογα βιβλία.
Ο δρόμος εδώ που περνά ανάμεσα στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, το «Πέτρινο», με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα και το σπίτι των Ευσταθίου όπου και το ανύπαρκτο σήμερα τζαμί, σε βγάζει στην κάτω είσοδο του «Αγροτικού Συναιτερισμού».
Ο τότε Ελαιουργικός και σήμερα Αγροτικός Συνεταιρισμός του χωριού, ιδρύθηκε το 1949. Ξεκίνησε με πετρελαιομηχανή,«μπασκιά», τρίχινα φάκελα για το χαμούρι και τα πέτσινα λουριά που μετέφεραν την κίνηση από την πετρελαιομηχανή στα λαβάλ και όπου αλλού, πέρασε στα υδραυλικά πιεστήρια και κατάληξε το 1988 στη σύγχρονη μονάδα με το ντεκάντερ. Τέσσερις χιλιάδες μόδια λένε πως είναι η δύναμη των Λισβοριανών ελαιοκτημάτων, μα πολύ δύσκολα τούτα μαζεύονται.
Λίγο πιο κάτω ένα σταυροδρόμι όπου και το ανύπαρκτο πλέον και σήμερα οικόπεδο, καφενείο των Προκοπίου. Και εδώ φιλοξενήθηκαν μεγάλα γλέντια.
Εδώ κατεβαίνεις και από ένα άλλο δρόμο της αγοράς που περνά ανάμεσα από το καφενείο του Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη και της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου που σήμερα έχει νοικιάσει ο Αλεξίου.
Κατεβαίνοντας λοιπόν από αριστερά δυο ακόμα κλειστά καφενεία. Του Παχού και του Γιαννόγλου. Εδώ υπήρχε πριν κάμποσα χρόνια και το περίπτερο του χωριού που διατηρούσε η μακαρίτισσα Γιαννούλα Τηνιακού –Χήρα- και αργότερα ο επίσης μακαρίτης Στρατής Κατσιάνος. Πιο παλιά τούτος ο δρόμος ήτανε πλακόστρωτος ο μοναδικός που ξέφυγε προς τη στιγμή τη μανία του τσιμέντου, μα κι αυτός δεν τη γλύτωσε.
Εδώ είναι το Παντοπωλείο του Γιάννη Προκοπίου –Αλμπάνη – που παλιά διατηρούσε ο παντοπώλης και λαδέμπορας Κυριάκος Αρμουτέλλης και το παραδοσιακό αρτοποιείο του Θόδωρα Χατζόγλου. Είναι από τα παλαιότερα αρτοποιεία με φούρνο, όπου με ξύλα ζεσταίνονται οι πλάκες πάνω στις οποίες ψήνεται το γνήσιο λισβοριανό σιταρένιο ψωμί. Είναι μαζί με τον άλλον της οικογένειας Γιάννη Προκοπίου –Αλμπανέλ- που λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής, από τους λίγους εναπομείναντας δυστυχώς στην Ελλάδα.
Απέναντι το μαγαζί, παλιό κουρείο του μακαρίτη Γιάννη Δαλβαδάνη που λειτούργησε παλαιότερα και σαν παντοπωλείο ο Κώστας Εμμανουήλ. Εδώ γύρω στα 1940 στεγαζόταν και το Κοινοτικό Γραφείο με γραμματικό το Στραρτή Αξιωτέλλη.
Παρακάτω η κλειστή ταβέρνα του Νικολάου Κανελή. Κι αυτός… μακαρίτης. Στον πάνω όροφο τούτου του κτιρίου και λίγο πριν το 1930, ημερομηνία ίδρυσης του σημερινού Δημοτικού Σχολείου, στεγάστηκαν για λίγο χρονικό διάστημα και κάποιες τάξεις του σχολείοου.
Εδώ ένας άλλος δρόμος σε οδηγεί στο «μπουγλού σουκάτς». Είναι μια άλλη συνοικία του χωριού μας. και εδώ μπροστά μας το αρχοντικό των Προκοπίου. Εδώ η τέχνη της λιθογλυπτικής, έχει δώσει ένα αριστουργηματικό διάκοσμο που δεν συναντάμε παρόμοιο σε άλλο σπίτι μέσα στο Λισβόρι. Και εδώ έχει λαξευτεί λεπτά η ίδια πέτρα σε ιωνικά κιονόκρανα, φύλλα άκανθας, φολίδες, ρόδακες. Ήρθανε από έξω λένε οι Προκοπίου με μπόλικο παρά και έφτιαξαν τούτο το σπίτι, που σήμερα πέρασε σε ξένα χέρια.
Κατεβαίνουμε και αριστερά μας το ξερολάγκαδο, «Γκα τσεσμέ», μπροστά μας δε ένα ακόμη ιδιωτικό λιοτρίβι, που δεν υπάρχει πια. Αυτό ανήκε στους αδελφούς Ζουπαντή. Βρίσκεται στην έξοδο του χωριού, απέναντι στο χείμαρρο. Τούτο δεν υπάρχει πλέον αφού άλλαξε χρήση και λειτουργεί σαν σύγχρονος αλευρόμυλος, όπου αλέθονται τα σιτάρια του χωριού, από τον Παναγιώτη και την Ελένη Παπαναστασίου. Δίπλα ακριβώς ένα άλλο κομμάτι αυτού του κτιρίου, ο παλιός ο αλευρόμυλος, με τις μυλόπετρες και την πετρελαιομηχανή, του μακαρίτη Τάκη Ζουπαντή. Κτίστηκε όλο τούτο το κτίριο στις 5 Αυγ. του 1908.
Από την άλλη μεριά του ποταμού, βλέπουμε ερειπωμένο, με το μισοπεσμένο του φουγάρο, λιοτρίβι της εκκλησίας, που χτίστηκε το 1910. Τούτο δούλεψε μέχρι το 1948. Ανήκει τώρα το μισό στην Εκκλησία και το υπόλοιπο μισό σε δέκα άλλους μετόχους.
Ο δρόμος από δω και πέρα συνεχίζει για το Σκαμιούδι, τη σκάλα και λιμάνι του Λισβορίου. Θα βρεις μπροστά σου τη διασταύρωση για την περιοχή της Τίδας και της Φραγκοκλησιάς, όπου και τα ξωκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και Αγίας Κυριακής.
Ένας άλλος δρόμος πιο κάτω σε βγάζει στη περιοχή της «Κάπης».
Κατεβαίνοντας στο Σκαμιούδι, δεξιά μας, ένας δρομίσκος οδηγεί στον Αη Σπυρίδωνα. Καινούριο εκκλησάκι έχει αντικαταστήσει το παλιό όπου η ανάγλυφη πέτρα μαρτυρεί τη χρονολογία του:. «Φεβρουαρίου 17 έτος 1930».
Είναι εδώ η περιοχή «Καυκάρα». Για αυτήν εδώ γράφει ο Ι. Κοντής «ότι εκτός από παλαιοχριστιανικά και πάλι λείψανα, υπάρχουν στην επιφάνεια και παλαιότερα όστρακα, αναφέρεται δε από τους χωρικούς και συχνή αποκάλυψη ταφών».
Ένας άλλος δρόμος από τα αριστερά βγαίνει στην περιοχή «Μπλο», με το ξωκκλήσι της Μεταμορφώσεως , συνδέεται και με τον ασφαλτόδρομο των θερμοπηγών.
Εδώ λοιπόν στο δρόμο της Καυκάρας μόλις τελειώσει η κατηφόρα, είναι και το εκκλησάκι της Παναγιούδας.
Εδώ πέρα και κοντά στην Παναγιούδα, ένας δρόμος σε βγάζει στις θερμοπηγές και ένας άλλος λίγο παραπέρα στις περιοχές «Μτσε», και «Ρουδαφνίδια» με τον υπέροχο υδρόμυλο. Προχωρώντας και μέσα από μπόλικες διασταυρώσεις και αγροτικούς χωματόδρομους θα βρεθείς ή στην Αγία Φωτεινή ή από ένα άλλο δρόμο στον Ταξιάρχη της «Πετραδερή». Θα καταλήξεις τελικά στο δρόμο Σκάλας Πολιχνίτου - Αχλαδερής, και στην περιοχή «Αρμυρός». Από δεξιά Σκαμιούδι, από αριστερά Σκάλα Πολιχνίτου.
Πιο κάτω απ’ την Παναγιούδα και δεξιά η διασταύρωση για την περιοχή Τέμενος και τον Άγιο Ισίδωρο.
Συνεχίζεις ευθεία και βρίσκεις μπροστά σου το Σκαμιούδι, με τις πανέμορφες ταβέρνες, το λιμάνι, τις βάρκες και τους ψαράδες και ο Άη - Νικόλας.
Πριν βρεις μπροστά σου τη θάλασσα, το σταυροδρόμι, Σκάλας Πολιχνίτου, Αχλαδερής. Απ’ τη μεριά της Αχλαδερής, δεξιά, τα «Λιβάδια», το ‘Αλικούδι» όπου και η πλαζ του χωριού, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Γιάννη Κουλαρά, ο Άγιος Παύλος, η Αχλαδερή.
Εδώ είναι και το κτίριο της «πάλαι ποτέ» Κοινότητας, που το «πήρε και το σήκωσε» ο «Καποδίστριας», το Αγροτικό Ιατρείο, τα κοινοτικά ουρητήρια και η Αγροτολέσχη στον πάνω όροφο. Το κτίριο τούτο χρονολογείται από το 1958 - 60.
Παλιά βρισκόταν εδώ ένας ελαιόμυλος, το τζαμί και ο μιναρές για τον τούρκικο πληθυσμό, αφού όπως ήδη σημειώσαμε και όπως μας αναφέρει ο Σταυράκης Αναγνώστου ήταν υπό Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον χωρίον, και έχον Ναόν τον Άγιον Ίωάννην τον Πρόδρομο». Σήμερα στο χώρο όπου ήτανε το Τζαμί βρίσκεται η οικία της οικογένειας Ευσταθίου.
Σχετικά με την αγροτολέσχη πρέπει να αναφέρουμε ότι είναι ένας πολυχώρος που χρησιμοποιείται από όλους τους φορείς του χωριού και πολλές και ποικίλλες εκδηλώσεις. Παλαιότερα γνώρισε μεγάλες δόξες με τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούσε εκεί ο Αγροτοεκπολιτιστικός Σύλλογος του χωριού ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Στην αγροτολέσαχη στεγάζεται και η Κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά και αξιόλογα βιβλία.
Ο δρόμος εδώ που περνά ανάμεσα στην όμορφη πετρόκτιστη καφετερία της νεολαίας, το «Πέτρινο», με ωραιότατα πέτρινα ανάγλυφα και το σπίτι των Ευσταθίου όπου και το ανύπαρκτο σήμερα τζαμί, σε βγάζει στην κάτω είσοδο του «Αγροτικού Συναιτερισμού».
Ο τότε Ελαιουργικός και σήμερα Αγροτικός Συνεταιρισμός του χωριού, ιδρύθηκε το 1949. Ξεκίνησε με πετρελαιομηχανή,«μπασκιά», τρίχινα φάκελα για το χαμούρι και τα πέτσινα λουριά που μετέφεραν την κίνηση από την πετρελαιομηχανή στα λαβάλ και όπου αλλού, πέρασε στα υδραυλικά πιεστήρια και κατάληξε το 1988 στη σύγχρονη μονάδα με το ντεκάντερ. Τέσσερις χιλιάδες μόδια λένε πως είναι η δύναμη των Λισβοριανών ελαιοκτημάτων, μα πολύ δύσκολα τούτα μαζεύονται.
Λίγο πιο κάτω ένα σταυροδρόμι όπου και το ανύπαρκτο πλέον και σήμερα οικόπεδο, καφενείο των Προκοπίου. Και εδώ φιλοξενήθηκαν μεγάλα γλέντια.
Εδώ κατεβαίνεις και από ένα άλλο δρόμο της αγοράς που περνά ανάμεσα από το καφενείο του Παναγιώτη Βασ. Χατζηπαναγιώτη και της οικογένειας Φίλιππα Προκοπίου που σήμερα έχει νοικιάσει ο Αλεξίου.
Κατεβαίνοντας λοιπόν από αριστερά δυο ακόμα κλειστά καφενεία. Του Παχού και του Γιαννόγλου. Εδώ υπήρχε πριν κάμποσα χρόνια και το περίπτερο του χωριού που διατηρούσε η μακαρίτισσα Γιαννούλα Τηνιακού –Χήρα- και αργότερα ο επίσης μακαρίτης Στρατής Κατσιάνος. Πιο παλιά τούτος ο δρόμος ήτανε πλακόστρωτος ο μοναδικός που ξέφυγε προς τη στιγμή τη μανία του τσιμέντου, μα κι αυτός δεν τη γλύτωσε.
Εδώ είναι το Παντοπωλείο του Γιάννη Προκοπίου –Αλμπάνη – που παλιά διατηρούσε ο παντοπώλης και λαδέμπορας Κυριάκος Αρμουτέλλης και το παραδοσιακό αρτοποιείο του Θόδωρα Χατζόγλου. Είναι από τα παλαιότερα αρτοποιεία με φούρνο, όπου με ξύλα ζεσταίνονται οι πλάκες πάνω στις οποίες ψήνεται το γνήσιο λισβοριανό σιταρένιο ψωμί. Είναι μαζί με τον άλλον της οικογένειας Γιάννη Προκοπίου –Αλμπανέλ- που λειτουργεί ο Γιώργος Ζουπαντής, από τους λίγους εναπομείναντας δυστυχώς στην Ελλάδα.
Απέναντι το μαγαζί, παλιό κουρείο του μακαρίτη Γιάννη Δαλβαδάνη που λειτούργησε παλαιότερα και σαν παντοπωλείο ο Κώστας Εμμανουήλ. Εδώ γύρω στα 1940 στεγαζόταν και το Κοινοτικό Γραφείο με γραμματικό το Στραρτή Αξιωτέλλη.
Παρακάτω η κλειστή ταβέρνα του Νικολάου Κανελή. Κι αυτός… μακαρίτης. Στον πάνω όροφο τούτου του κτιρίου και λίγο πριν το 1930, ημερομηνία ίδρυσης του σημερινού Δημοτικού Σχολείου, στεγάστηκαν για λίγο χρονικό διάστημα και κάποιες τάξεις του σχολείοου.
Εδώ ένας άλλος δρόμος σε οδηγεί στο «μπουγλού σουκάτς». Είναι μια άλλη συνοικία του χωριού μας. και εδώ μπροστά μας το αρχοντικό των Προκοπίου. Εδώ η τέχνη της λιθογλυπτικής, έχει δώσει ένα αριστουργηματικό διάκοσμο που δεν συναντάμε παρόμοιο σε άλλο σπίτι μέσα στο Λισβόρι. Και εδώ έχει λαξευτεί λεπτά η ίδια πέτρα σε ιωνικά κιονόκρανα, φύλλα άκανθας, φολίδες, ρόδακες. Ήρθανε από έξω λένε οι Προκοπίου με μπόλικο παρά και έφτιαξαν τούτο το σπίτι, που σήμερα πέρασε σε ξένα χέρια.
Κατεβαίνουμε και αριστερά μας το ξερολάγκαδο, «Γκα τσεσμέ», μπροστά μας δε ένα ακόμη ιδιωτικό λιοτρίβι, που δεν υπάρχει πια. Αυτό ανήκε στους αδελφούς Ζουπαντή. Βρίσκεται στην έξοδο του χωριού, απέναντι στο χείμαρρο. Τούτο δεν υπάρχει πλέον αφού άλλαξε χρήση και λειτουργεί σαν σύγχρονος αλευρόμυλος, όπου αλέθονται τα σιτάρια του χωριού, από τον Παναγιώτη και την Ελένη Παπαναστασίου. Δίπλα ακριβώς ένα άλλο κομμάτι αυτού του κτιρίου, ο παλιός ο αλευρόμυλος, με τις μυλόπετρες και την πετρελαιομηχανή, του μακαρίτη Τάκη Ζουπαντή. Κτίστηκε όλο τούτο το κτίριο στις 5 Αυγ. του 1908.
Από την άλλη μεριά του ποταμού, βλέπουμε ερειπωμένο, με το μισοπεσμένο του φουγάρο, λιοτρίβι της εκκλησίας, που χτίστηκε το 1910. Τούτο δούλεψε μέχρι το 1948. Ανήκει τώρα το μισό στην Εκκλησία και το υπόλοιπο μισό σε δέκα άλλους μετόχους.
Ο δρόμος από δω και πέρα συνεχίζει για το Σκαμιούδι, τη σκάλα και λιμάνι του Λισβορίου. Θα βρεις μπροστά σου τη διασταύρωση για την περιοχή της Τίδας και της Φραγκοκλησιάς, όπου και τα ξωκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και Αγίας Κυριακής.
Ένας άλλος δρόμος πιο κάτω σε βγάζει στη περιοχή της «Κάπης».
Κατεβαίνοντας στο Σκαμιούδι, δεξιά μας, ένας δρομίσκος οδηγεί στον Αη Σπυρίδωνα. Καινούριο εκκλησάκι έχει αντικαταστήσει το παλιό όπου η ανάγλυφη πέτρα μαρτυρεί τη χρονολογία του:. «Φεβρουαρίου 17 έτος 1930».
Είναι εδώ η περιοχή «Καυκάρα». Για αυτήν εδώ γράφει ο Ι. Κοντής «ότι εκτός από παλαιοχριστιανικά και πάλι λείψανα, υπάρχουν στην επιφάνεια και παλαιότερα όστρακα, αναφέρεται δε από τους χωρικούς και συχνή αποκάλυψη ταφών».
Ένας άλλος δρόμος από τα αριστερά βγαίνει στην περιοχή «Μπλο», με το ξωκκλήσι της Μεταμορφώσεως , συνδέεται και με τον ασφαλτόδρομο των θερμοπηγών.
Εδώ λοιπόν στο δρόμο της Καυκάρας μόλις τελειώσει η κατηφόρα, είναι και το εκκλησάκι της Παναγιούδας.
Εδώ πέρα και κοντά στην Παναγιούδα, ένας δρόμος σε βγάζει στις θερμοπηγές και ένας άλλος λίγο παραπέρα στις περιοχές «Μτσε», και «Ρουδαφνίδια» με τον υπέροχο υδρόμυλο. Προχωρώντας και μέσα από μπόλικες διασταυρώσεις και αγροτικούς χωματόδρομους θα βρεθείς ή στην Αγία Φωτεινή ή από ένα άλλο δρόμο στον Ταξιάρχη της «Πετραδερή». Θα καταλήξεις τελικά στο δρόμο Σκάλας Πολιχνίτου - Αχλαδερής, και στην περιοχή «Αρμυρός». Από δεξιά Σκαμιούδι, από αριστερά Σκάλα Πολιχνίτου.
Πιο κάτω απ’ την Παναγιούδα και δεξιά η διασταύρωση για την περιοχή Τέμενος και τον Άγιο Ισίδωρο.
Συνεχίζεις ευθεία και βρίσκεις μπροστά σου το Σκαμιούδι, με τις πανέμορφες ταβέρνες, το λιμάνι, τις βάρκες και τους ψαράδες και ο Άη - Νικόλας.
Πριν βρεις μπροστά σου τη θάλασσα, το σταυροδρόμι, Σκάλας Πολιχνίτου, Αχλαδερής. Απ’ τη μεριά της Αχλαδερής, δεξιά, τα «Λιβάδια», το ‘Αλικούδι» όπου και η πλαζ του χωριού, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια του Γιάννη Κουλαρά, ο Άγιος Παύλος, η Αχλαδερή.
(Φωτογραφίες έχουμε πάρει απ' το λεύκωμα της κ. Τζέλλης Χατζηδημητρίου ' 39 ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΟΥΡΕΙΟ).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)