Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΛΙΣΒΟΡΙ


ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ 

ΚΑΙ 

ΛΙΣΒΟΡΙ

ΓΡΑΦΕΙ:  Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ Ο π. Γ. ΑΛΕΝΤΑΣ

8Η Νοεμβρίου!
Ημέρα των Ταξιαρχών!  Όλη η ορθοδοξία τιμά και γιορτάζει τους Ταξιάρχες, κυρίως όμως τον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ που για το νησί μας είναι προστάτης και θαυματουργός. Από το 1912 δε η γιορτή αυτή είναι  και εθνική για τη Λέσβο.
Το κέντρο αναφοράς για τη γιορτή μας τούτη είναι ο Ταξιάρχης στο Μανδαμάδο.
Πολλά έχουν γραφεί και πολλά γνωρίζει ο κόσμος για το Προσκύνημα τούτο.
Με ιδιαίτερη αγάπη και περίσσια λαμπρότητα γιορτάζει και το χωριό μας, το Λισβόρι, από πολύ παλιά. Θυμάμαι στα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια, η εκκλησιά ήτανε ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο όλων των ηλικιών. Μετά δε τη λειτουργία, το μεταλειτουργικό καφέ και μια μικροδιασκέδαση των ανδρών στα καφενεία της αγοράς, όλη η οικογένεια στο μεσημεριανό σπιτικό εορταστικό τραπέζι. Εδώ απαραίτητο έδεσμα το παραδοσιακό «κισκέτς», που το συναντάμε έτσι ακριβώς και στο βόρειο τμήμα του νησιού.
Τα γύρω χωριά της περιοχής μας, Βασιλικά, Πολιχνίτος, Βρίσα γιορτάζουν μεν αλλά δεν μαγειρεύουν τούτη τη μέρα «κισκέτς», το οποίο κατ’ έθιμό τους το φτιάχνουν τις Απόκριες.
Θέλω να πιστεύω ότι η μικρή κοινωνία του Λισβορίου, το Λισβόρι, έχει σ’ αυτό το σημείο κάποιες ομοιότητες ειδικά με το Μανδαμάδο και όχι με τα γύρω χωριά μας.
Είναι γνωστή νομίζω η παράδοση, την άκουσα να τη διηγείται η μάνα μου και η γιαγιά μου, που κι αυτές την άκουσαν από τους προγόνους τους, ότι ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης της Πετραδερής όπου και το ανδρικό μοναστήρι του τότε, έφυγε από την περιοχή της Πετραδερής και περιπλανώμενος έφτασε έξω από το Μανδαμάδο όπου σήμερα και το ιερό Προσκύνημά του. Εκεί με θαυμαστό τρόπο και πολλά οράματα χριστιανών απαίτησε να κτιστεί τόπος λατρείας στο όνομα του, το οποίο και έγινε.
Σήμερα στο τόπο αυτό υπάρχει το γνωστό ξωκκλήσι του «Αστράτγιου». Ο δε Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κυρός Ιάκωβος ο Β΄ Κλεόβροτος, αναζητεί στην περιοχή των «Βασιλικών χωρίων», την περιοχή μας δηλαδή  Μονή αφιερωμένη στον «Μιχαήλ τον Ακρονησιώτη». Μια θέση σε τούτη τη Μονή διεκδικεί και το χωριό μας προβάλλοντας τη θέση του «Αστράτγιου» της Πετραδερής.
Εδώ πρέπει να δοθεί μια απάντηση.
Υπήρχε σ’ αυτή την περιοχή παραθαλάσσιος οικισμός, όπως βέβαια υπήρχαν και σ’ όλα τα παράλια του κόλπου Καλλονής.
Πειρατές υποχρέωσαν τους κατοίκους των οικισμών να σκορπιστούν στα γύρω πιο ασφαλή μέρη και μια ομάδα ήρθε και στον τόπο του σημερινού Λισβορίου.
Μια άλλη, ίσως και μεγαλύτερη, πιθανόν μαζί με τους μοναχούς και κειμήλια του τότε μοναστηριού του Ταξιάρχου Μιχαήλ, αναζήτησε αλλού ασφαλέστερο μέρος και ύστερα από περιπλανήσεις κατέληξε στο σημερνό Μανδαμάδο, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί από τότε αρχίζει και η ιστορία του Προσκυνήματος.
Όταν κανείς πηγαίνοντας στο Μανδαμάδο βρεθεί στο πάνω μέρος του χωριού, μπορεί να καταλάβει γιατί οι φοβισμένοι κάτοικοι διάλεξαν αυτόν τον τόπο.
Δεν τεκμηριώνεται βέβαια μια τέτοια άποψη επιστημονικά, αλλά πολλές φορές η παράδοση είναι και το μόνο τεκμήριο.
Τώρα ένα άλλο που έχω προσέξει είναι το εξής. Το κτήμα μέσα στο οποίο βρίσκεται το εκκλησάκι ανήκει στη γνωστή οικογένεια των Σαββαδέλληδων.
Ένας Σαββαδέλλης ο Σταύρος, αδελφός του Πανσέληνου Σαββαδέλλη, του Κυριάκου και της γιαγιάς μου της Θεοδώρας, έφυγε από το Λισβόρι και έζησε στο Μανδαμάδο όπου και έκανε οικογένεια, όπως άκουσα να λέει η μάνα μου.
Έτσι κάπως εξηγείται η ομοιότητα των εθίμων του Λισβορίου με αυτά του βορείου τμήματος του νησιού μας
Έχω όμως προσέξει και τούτο.
Στον Πολιχνίτο χρησιμοποιούν το επιφώνημα «άκα» στην κουβέντα τους, όταν εκπλήσσονται ή όταν θαυμάζουν. Στα Βασιλικά χρησιμοποιούν το επιφώνημα «κο».
Στο Λισβόρι, αυτό δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως κάτι άλλο αξιοπρόσεκτο. Στην κουβέντα και σε φιλοφρονήσεις χρησιμοποιείται η λέξη «καλό μ(ου)». «Έλα καλό μ’ που σι πιριμένου».
Στο βόρειο τμήμα, Καλλονή Αγία Παρασκευή και αλλού χρησιμοποιείται το ανάλογο «ξόμ» δηλαδή χρυσό μου.
Προσπάθησα εδώ να παραθέσω, το τονίζω χωρίς αποδείξεις, με βάση τη μεγάλη γιορτή των Ταξιαρχών στο χωριό μας, το Λισβόρι, τη παράδοση για το μεγάλο μοναστήρι του Ταξιάρχη που υπήρχε στον τόπο μας από το οποίο και ξεκίνησαν οι μοναχοί για το Μανδαμάδο και το εκεί μεγάλο και πανίερο μοναστήρι και παγκόσμιο προσκύνημα.



Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Η 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1940 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ

 Η 28Η  ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1940 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Όπως θυμάται ο Απόστολος Αναγνώστου

Δευτέρα 28η Οκτωβρίου του 1940. Η πρώτη μέρα από την επίσημη έναρξη μιας σειράς συγκλονιστικών γεγονότων για την πατρίδα μας και το χωριό μας.
Νέος τότε εγώ βρισκόμουνα στο χωριό τότε, αφού για οικονομικούς λόγους είχα σταματήσει το Γυμνάσιο. Με τη μάνα μου ετοιμαζόμασταν να πάμε στις ελιές σε ένα χωράφι κοντά στο χωριό, γύρω στις 10 θα ήταν, όταν ακούστηκε ο ντελάλης Ευστράτιος Τακτικός (Μακεδόνος) να διαλαλεί: «Όλοι οι άνδρες να συγκεντρωθούν στο γραφείο της Κοινότητας με τα απολυτήρια του στρατού στα χέρια, για να πάρουν οδηγίες».
Παρένθεση. Τους προηγούμενους μήνες όλους τους έφεδρους για στράτευση, τους καλούσαν κατά καιρούς στην αστυνομία και με κάποια επιλογή που οι στρατιωτικού επέλεξαν, έγραφαν στα απολυτήρια των εφέδρων διάφορα γράμματα: Ρ, Σ, Π…και τότε μάλιστα κυκλοφόρησε κι το δίστιχο: « Με το Σ και με το Ρ / έκανε ο Μεταξάς στρατό».
Το γραφείο της κοινότητας στεγαζόταν τότε στο καφενείο και κουρείο των αδελφών Λαμπρινού. Σταμάτη και Μιχάλη, όπου εγκαταστάθηκε και η υπηρεσία της κοινότητας επειδή το άλλο γραφείο ήτανε υπό κατάρρευση.
Όλος, ο κόσμος όχι μόνο οι στρατεύσιμοι γέμισαν τους δρόμους του χωριού. Σε λίγο καταφτάνει ο αστυνόμος από τα Βασιλικά και ανακοινώνει ότι καλούνται να καταταγούν στο στρατό, με βάση τα γράμματα που είχαν στο απολυτήριο, και να αναχωρήσουν στο Μέτωπο, για τον πόλεμο που μας κήρυξε η Ιταλία.
Όλοι τότε οι καλούμενοι που όπως φάνηκε όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται ανήκαν στις κλάσεις 1927 έως 1939, δηλαδή οι ηλικίες από 21 έως 33 ετών.
ΣΤΟ ΚΑΦΕΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ ΤΩΝ Α/ΦΩΝ Β ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΛΗ
Η χαρά και η συγκίνηση ανακατωμένες εκείνη τη μέρα. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν και κάποιαν που έφευγε για το Μέτωπο. Μερικές δε οικογένειες είχαν και δυο και τρία άτομα, όπως η οικογένεια Δούκα Αλβανού τρία άτομα, η οικογένεια Σταυρακέλλη δύο άτομα…
Τότε όλες οι γυναίκες, τα παιδιά και οι μεγαλύτεροι, μάνες, αδερφάδες,  σύζυγοι, αρραβωνιαστικιές,  κοπέλες, παιδιά συνόδευαν τους στρατευμένους με λουλούδια, με αγκαλιές και με δάκρυα στα μάτια αλλά και με χαρά σαν να έφευγαν για πανηγύρι, μέχρι το πάνω μέρος του χωριού από  όπου και θα πέρναγε το λεωφορείο για να τους πάρει. Πρέπει να ήσαν οι στρατευμένοι γύρω στους 50. Μια μέρα που μέσα στην τραγικότητα του πολέμου έμεινε ανεξίτηλη και ξεχωριστή στο χωριό μας.
Μέσα στα σπίτια κανείς. Κάποια στιγμή έρχεται το λεωφορείο, από τον Πολιχνίτο, που όμως ήτανε γεμάτο. Μόλις άνοιξε την πόρτα ο οδηγός Δ. Αποστολέλλης (Τσομπάνης),  για να πει ότι έρχεται άλλο λεωφορείο, πρόλαβε τότε και  τρύπωσε μέσα, θυμάμαι, μόνο ο Χαράλαμπος. Προκοπίου και η πόρτα έκλεισε. Αργότερα έρχεται το άλλο λεωφορείο και παίρνει τους υπόλοιπους. Σύννεφο τα μαντήλια μέσα κι έξω από τα παράθυρα του λεωφορείου ανέμοζαν στον αέρα για τους αλληλοχαιρετισμούς.
Η μέρα συνεχίστηκε με διάφορες οδηγίες που ερχότανε απ’ το τηλέφωνο και τις οποίες διαλαλούσε ο ντελάλης στο χωριό. Τα παράθυρα σκεπάστηκαν με μπλε κόλες, η κυκλοφορία απαγορεύτηκε και άλλα. Το καφενείο του  Βασίλη Σταυρακέλλη όπου υπήρχε ραδιόφωνο, όλη τη μέρα, απ’ το πρωί ως το βράδυ, ήτανε γεμάτο, με καθιστούς και όρθιους, άκουγαν τα νέα. Εκεί μέσα ακούστηκε στο χωριό μας και το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν:
ΚΑΦΕΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΛΗΔΩΝ
«Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών. Μεταδίδομεν το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου.  Αι Ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5ης και 30, πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Εκεί λοιπόν στο καφενείο που μια και μόνο λάμπα το φώτιζε, ακούστηκε μια φωνή: «Ένας φαντάρος…». Βγήκαν έξω, δε μπορώ να θυμηθώ ποιος ήτανε, για να τον ρωτήσουν τι έγινε με τους στρατευμένους. Μάθαμε ότι τους συγκέντρωσαν στους Λάμπου Μύλους και από κει θα κανονιζόταν να φύγουν για το Μέτωπο. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αργότερα κλήθηκαν και κλάσεις 1923 – 1926.
Η κλάση 1940, αργότερα ονομάστηκε «Τάγμα Δωδεκανήσου» επειδή προοριζόταν για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου.
Από το ραδιόφωνο του Σταυρακέλλη μαθαίναμε την εξέλιξη του πολέμου.
14 Νοεμβρίου 1940.
Χτύπησαν για πρώτη φορά πανηγυρικά οι καμπάνες της Εκκλησίας.
Ήτανε η μέρα που τα Ιταλικά στρατεύματα εκδιώχτηκαν από τα στρατό μας έξω από τα Ελληνικά σύνορα. Από κει και πέρα οι καμπάνες χτυπούσαν κάθε φορά που ο στρατός μας απελευθέρωνε μια μετά την άλλη της Ελληνικές, πόλεις της Β. Ηπείρου, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα…
Στο ηρώο του χωριού μας ανάμεσα στα ονόματα αυτών που κατά καιρούς χάρισαν τη ζωή τους στην πατρίδα μας βρίσκονται και τα εξής δύο:
Ø      Στρατιώτης  Τακτικός   Ευστράτιος του Στυλιανού 1940
Ø      Στρατιώτης Μοριανέλλης   Γεώργιος του Αντωνίου 1940


Οπόταν θυμάμαι αυτή τη μέρα, ακόμα και τώρα ακόμη συγκινούμαι ΣΕΛΙΔΑ 1Η :     .
Μια μοναδική μέρα για το χωριό μας. Χαρά, λύπη, προσδοκίες για καλό τέλος, επιστροφή των παιδιών…
Γι’ αυτό και σημειώνω αυτές τις γραμμές τούτη τη φετινή επέτειο ης εθνικής μας επετείου.


Σάββατο 31 Μαρτίου 2018


Βάγια… Βάγια του Βαγιώ



 Βάγια Βάγια του Βαγιώ τρώνι ψάρια τσι κουλιό».

Κυριακή των Βαΐων.

Μέρα γιορτής. Ο κόσμος όλος, το χωριό όλο, θα εκκλησιαστεί για ν’ ακούσει το τροπάριο, «Την κοινήν Ανάστασιν προ του Σου πάθους πιστούμενος…».. Η Εκκλησιά σήμερα είναι καταστόλιστη με βάγιες. Μερικοί κοιτάζοντας τις βάγιες θα κάνουν και τις προβλέψεις τους για την ερχόμενη ελαιοπαραγωγή. Αν έχει πολύ καρπό η βάγια θα έχουμε και καλό μαξούλι. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς θα μοιράσει την ευλογημένη βάγια στον κόσμο, που όλοι  θα την πάρουν με κάθε ευλάβεια στο χέρι τους, θα αλληλοχτυπηθούν ελαφρά στο κεφάλι, θα ευχηθούν με το απαραίτητο «τσι τ΄ χρον» και θα επιστρέψουν στο σπίτι. Οι νοικοκυρές θα τοποθετήσουν τα βαγιόκλαδα στο εικονοστάσι και θα ανασκουμπωθούν για τις δουλειές. Στο τραπέζι σήμερα ψαροφαγία. Ο παστός κολιός αδύνατο να λείπει τούτη τη μέρα. Λίγη αναστολή στη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής. λόγω εορτής, και από αύριο Μ. Δευτέρα ξανά πάλι στην αυστηρά νηστεία.
Τη μέρα τούτη έχουμε στο Λισβόρι το « Ρουμάνι». Άλλοτε το συναντάμε και το Σάββατο του Λαζάρου το απόγευμα. Ένα μεγάλο κλαδί βάγιας πάνω στο οποίο είναι δεμένα διάφορα πολύχρωμα κουρέλια, το σηκώνει ο νεωκόρος ή κάποιος άλλος και με τη συνοδεία παιδιών, μετά τη λειτουργία, το περιφέρουν στα σπίτια του χωριού, για τα κάλαντα των Βαΐων. «Όξου ψύλοι, ποντικοί και μέσα του ρουμάνι, να φάει Βαϊόφυλλο να πέσει να πεθάνει». Οι νοικοκυράδες θα δώσουν στους επισκέπτες με το «Ρουμάνι» ρεγάλο αυγά, μερίδιο στα οποία έχει και ο παπάς. 
 
«Το   Ρουμάνι»

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΒΑΝΟΥ


Κάθε Μεγάλη Πέμπτη πρωί, πριν από τη λειτουρ­γία, η παπαδιά η άλλο κα­τάλληλο πρόσωπο στόλιζε στο κελί του παπά το «ρουμά­νι» - ένα μεγάλο κλαδί δάφνης - με χρωματιστές λου­ρίδες πανιών, που πρόθυμα έδιναν οι μοδίστρες του χωριού. Ύστερα από τη λει­τουργία ο νεωκόρος με μια ομάδα παιδιών που σήκωναν το «ρουμάνι», γύριζαν στα σπί­τια του χωρίου για να πουν το «ρουμάνι». Ο νεωκόρος μοί­ραζε στις νοικοκυρές αντίδω­ρο από τη λειτουργία της Μ. Πέμπτης: Σε σπίτια πού είχαν άρρωστο έδινε από τω ρου­μάνι ένα κόκκινο κορδελάκι, για να το δέσει στο χέρι του και να γίνει καλά. Την ίδια ώρα, έξω  από την πόρτα του σπιτιού, τα παιδιά     τραγουδούσαν.  



«Το ρουμάνι πέρασε από τη Μαύρη θάλασσα·
πύργωσε, θεμέλιωσε,   κάθισε και λάλησε:
Έξω  ψύλλοι,  ποντικοί     και  μέσα το ρουμάνι,
να φάει λαδοκούμαρο, να πέσει να ψοφήσει.
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ, και Απρίλη φοβερέ!
Χαίρε Ώρα!    Χαίρε    Ευβιέ!  Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ!
Ο χορός    των    Αποστόλων και ημείς οι μαθηταί
εμείς οι τρεις οι   τέσσερις κι οι άλλοι εικοσιτέσσερις
το Δάσκαλο γυρεύαμε, το Δάσκαλο δε βρήκαμε...
Ω καλή . νοικοκυρά,   σήκου δώσ' μας πέντ' αυγά,
πέντ’ αυγά Σαρακουστιανά,. κι έχου δάσκαλου κακό,
σαν αργήσου   δέρνει με,  σαν   πάω  μαλλώνει με.
Ρο, ρο   ένα αυγό μες   του καλάθ'τσι ένα κέφαλο μιτάξ

(Το τραγούδι αυτό κατέγραψα όπως μου το αφηγήθηκε ο Θύμιος Αλβανός και ο γιος του Στρατ’ς -Ευστράτιος- Αλωβανός που υπηρέτησαν ως νεοκώροι στο Ναό του Χωριού (στα Βασιλικά) διαδοχικά ολόκληρο τον εικοστό αιώνα).




Από όσα έχουμε γράψει μέχρι τώρα, γίνεται, νομίζου­με, φανερό πως η «ειρεσιώνη» των αρχαίων χρόνων και το «ρουμάνι» του χωριού μας είναι ένα και το αυτό, το ίδιο πανάρχαιο έθιμο, που επιβίωσε μέχρι σήμερα νικώντας τους αιώνες. Το κλαδί της δάφνης, τω στόλισμα του, η περιφορά του.. το κάψιμο του, η απαίτη­ση για δώρα από τις νοικοκυ­ρές, όλα ίδια.
Προσέξτε ιδιαίτερο: στο στίχο του «ρουμανιού».  «Χαίρε, Ώρα»! «Χαίρε, Ευβιέ»!
 Γράψαμε πως η περιφορά (και το κάψιμο) της «ειρεσιώνης» γινόταν στα «Πυανέψια» προς τιμή του Διόνυσου και των Ωρών, που ήταν θεότη­τες της ευφορίας της γης. Το «χαίρε Ώρα», είναι χαιρετι­σμός κι επίκληση στις θεότη­τες Ώρες. Το «χαίρε Εύβιε» (στο ρουμάνι χαίρε Ευβιέ) είναι χαιρετισμός κι επίκληση  στο θεό Διόνυσο, πού στην αρχαιότητα λεγόταν κι Εύβιος (κλητική ω Εύβιε), δηλ. εκείνος πού χαρίζει καλή, χαρούμενη, ξένοιαστη κι ευτυ­χισμένη ζωή. Από τη γιορτή του Διόνυσου σώθηκε, λοιπόν, στο δικό μας ρουμάνι ο χαι­ρετισμός και η επίκληση «χαίρε Ώρα, χαίρε Ευβιέ».. Ο εκχριστιανισμός του εθί­μου και η ανάγκη της ομοιοκαταληξίας πρόσθεσαν στο ρουμάνι και το «Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ!». Πρώτα πρώτα χρόνος τέλεσης του εθίμου παραμένει ο ίδιος.   Ας μη ξέχνάμε πως η γιορτή του   Απόλλω­να,  τα  «Θαργήλια»,     γινόταν στο τέλος της     Άνοιξης  με αρχές του  Καλοκαιριού, την ίδια πάνω  κάτω  εποχή  που πέφτει  και     το    χριστιανικό Πάσχα.    Είναι    υστέρα    οι ιδιότητες     του       Απόλλωνα θεού  «καθάρσιου»,   «Σωτήρα» και    εξαγνιστή    ψυχών και σωμάτων. Μα ανακαινι­στής της πλάσης,   Μεσσίας, Λυτρωτής     και  Σωτήρας  εί­ναι και ο Χριστός, θεός του φωτός ο Απόλλωνας,    «Φως του κόσμου» «το Φως το αληθινόν»    και  ανέσπερον ο ταπεινός ξυλουργός της Ναζαρέτ.  Στη χώρα των Υπέρ βορείων χάνεσαι ο Απόλλωνας για να γυρίσει   ιατρός ψυχών, στην έρημο πριν από τα. μεγάλο ξεκίνημα χάνεται
Ο Δάσκαλος και πάλι κρύ­βεται πριν από το Μεγάλο Πάθος (Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρύβη, Μεγάλη. Πέμπτη ο Χριστός ευρέθη, τραγουδά: η λαϊκή μούσα). «Το Δάσκαλο γυρεύαμε. το Δά­σκαλο δε βρήκαμε», τραγου­δά το «ρουμάνι». Ανθρωποθυ­σίες γίνονταν τη μέρα των .Θαργηλίων και περιφορά της «ειρεσιώνης», Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...», ακούγεται στους χριστιανικούς ναούς τη Μεγάλη Πέμπτη κι ακολουθεί περιφορά  του «ρουμανιού». Για    εξαγνισμό της πόλης οι ανθρωποθυσίες στον Απόλλωνα,  για λύτρωση του Ανθρώπου    η θυσία του θεανθρώπου    στο    Γολ­γοθά.  «Χαίρε. Ώρα,  χαίρε Ευδιέ» αναφωνεί ο    κύκλιος χορός    «ειρεσιώνης»,    «Χαίρε, Τίμιε  Σταυρέ» είναι το αντίφωνο «του χορού των Απο στόλων και ημών των μαθητών»  του «ρουμανιού».     Αλή­θεια    ποια  καταλληλότερη  μέρα, ποια μέρα   περισσότερο ταιριαστή  μπορούσε   να' βρει για συσχετισμό ο συμ­βολισμός της «ειρεσιώνης»;
Στη Μ. Πέμπτη με τα Άγια Πάθη, στο πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού, ο ειδωλολάτρης της αρχαιότητας τέλεσε τα Θαργήλια του και λάτρεψε τον Απόλλωνα. Και όταν ο Φοίβος έπαψε να έχει μάντιδα δάφνην και παγάν λαλέουσαν ήρθε η δάφνη του «Ρουμανιού»» και το «ύδωρ το ζων» του Χριστιανισμού, για να ξεδιψά την αιώνια δίψα του ανθρώπου, την ανάγκη του να πιστεύει στον ερχομό ενός Σωτήρα, ενός Λυτρωτή, που θα τον λυτρώσει από τα δεινά του. Ποιος όμως θα τον λυτρώσει από τον ίδιο τον εαυτό του.